Τρίτη, 14 Ιανουαρίου 2014

Ο σώκος ένα ξεχασμένο όπλο των Βυζαντινών

Ο σώκος (: σώκιστρον, λάσσο) 
ένα ξεχασμένο όπλο των Βυζαντινών

"στο γύρισμα τ' αλόγου του, στο κλώσμα του σπαθιού του,
είχε μωρά Σαρακηνά, γέροντες αρκουδιώντες,
κι έστησαν τα βροχόλουρα, Θεοφύλαχτον τον πιάνουν"

(Ακριτικό τραγούδι)

Να και μια ιστορική αφήγηση από τον Ιωάννη τον Αντιοχέα:
422 μΧ, επί βασιλείας Θεοδοσίου του Μικρού. 

Μια μονομαχία μεταξύ ένός Πέρση και ενός Ελληνα, του Αρεόβινδου, Κόμητα των Φεδεράτων, κρίνει την τύχη της Ειρήνης ή του Πολέμου μεταξύ των δύο Αυτοκρατοριών.

Ο Αρεόβινδος πιάνει τον Πέρση με τον σώκο του, τον ρίχνει από το άλογο, και τον σφάζει.Το όπλο αυτό αναφέρεται και στο ακριτικό τραγούδι "του Θεοφύλαχτου", ως"Βροχόλουρα", και εδώ, θεωρείται όπλο παιδιών και δειλών.

Ο Μαλάλας λέει πως ο Αρεόβινδος ήταν Γότθος, και πως "ο σωκάρης" ήταν γοτθικό όπλο.  Ο Πέρσης λέγοταν Αρδαζάνης και ανήκε στο Τάγμα των "Αθανάτων".


Δεν έχει διασωθεί κάποια βυζαντινή απεικόνιση με "σώκο".
Την χρήση του στη μάχη, την βλέπουμε σε αυτήν την Ισλαμική μινιατούρα.


Το εν λόγω Ακριτικό τραγούδι:

ΤΟΥ ΘΕΟΦΥΛΑΚΤΟΥ

Ο Βασιλιάς Αλέξανδρος Αλεξαντροπολίτης
έκαμεν μιαν γιορτή μικρή και μια γιορτή μεγάλη,
έκαμε μιαν τ' άη Γιωργιού και μίαν τ' άη Μάμα. 
Εκάλεσεν τους άρχοντες κι όλο τ' αρχοντολόι
εκάλεσε και τους φτωχούς κι όλο το φτωχολόι.
Τραπέζιν που τους έβαλε και κάτσασι να φάσιν,
απολογάτ' ο βασιλιάς τούτον το λόγο λέει: 

- Ποιός πάει πέρα στο Περόν, στο μέγα σουλτανίκι
να πάρει τούτο το χαρτί, να φέρει αντιχάρτι
να κάμει δίκιον πόλεμο  να ξακουστεί στον κόσμο; 

Και κει χαμαί Θεοφύλαχτος αγριώθη και θυμώθη,
κλωτσιάν της τάβλας έδωκεν, στα πόδια του εβρέθη; 

- Ούλα για μένα τα λαλείς ούλα για με τα λέεις,
και φέρτε μου τον μαύρον μου τον πετροκαταλύτη,
που καταλυεί τα σίδερα και πίνει τον Αφράτη,
οπού πατά τα μάρμαρα και κουρνιαχτούς δε βγάζει
και φέρτε το σπαθάκι μου το περευλογημένο,
όθε να μπεί στον πόλεμο βγαίνει μακελωμένο,
φέρτε μου το κοντάρι μου, που 'ν ' άη Γιώργης πάνου,
φέρτε μου το ματσούκι μου, που 'ν' άη Μάμας πάνου.

Πηδά και καβαλίκεψεν το πέρκαλον τον μαύρο
κι ώστε να πει έχετε γειάν, επήγε χίλια μίλια
κι ώστε ν πούσι στο καλόν, επήγεν άλλα χίλια. 
Φτερνιστηρκά του μαύρου του και μπαίνει στο φουσάτο
την άκραν άκραν πήγαινε κι οι μέσες καταλνούνταν,
την μέση μέση πήγαινε κι οι ν' άκρες λιγοστεύαν.

Παλεύγει τρία μερόνυχτα, παλεύγει τρείς ημέρες,
ο μαύρος του απόστασε και κείνος εβαρέθη. 
Φτερνιστηρκά του μαύρου του, βγαίν' απο το φουσάτο,
και βρίσκει πέτρα ριζιμιά και γέρνει και πεζεύει.
Γροθιάν της πέτρας έδωκε κι ανοίξαν πέντε βρύσες
κι έπιασε με την δράκαν του και πότε τον μαύρο
και μπήγει το κοντάριν του, κάμνει οσκιόν και πέφτει
ανοίγει τες αγκάλες του και το θεό δοξάζει: 

- Θεέ, κι αν είμαι πλάσμα σου, Χριστέ κι επακεσέν μου,
έδωσε και διανάφανεν αρφός του Αλιάντρης.

Απο μακριά φωνάζει του, απο κοντά λαλεί του: 

- Εγλέπ, εγλέπ' αρφούλη μου, αρφούλη μ' Αλιάντρη,
στο γύρισμα του μαύρου σου, στο κλώσμα του σπαθιού σου,
έχει μικρά Σαρακηνά, γέροντες αρκουδιώντες,
και στήνουν τα βροχόλουρα και γλέπου να σε πιάσουν.


Φτερνιστηρκά του μαύρου του και μπαίνει στο φουσάτο
την άκραν άκραν πάγαινε κι οι μέσες καταλνούνταν
τες μέσες μέσες έπιανε κι οι μέσες λιγοστεύαν.
Στο γύρισμα του μαύρου του, στο κλώσμα του σπαθιού του,
είχε μωρά Σαρακηνά, γέροντες αρκουδιώντες,
κι έστησαν τα βροχόλουρα, τον Αλιάντρη πιάνουν. 
Έραψαν τα ματάκια του τρείς δίπλες το ραφίδι
εδέσασι τα χέρια του τρείς δίπλες τ' αλυσίδι
εβάλαν και στη ράχη του εννιά μοδιών μολύβι.


Και εκεί χαμαί Θεοφύλαχτος αγριώθη και θυμώθη
πηδά και καβαλίκεψεν τον πέρκαλον τον μαύρο
φτερνιστηρκά του μαύρου του, μπαίνει μες στο φουσάτο,
παλεύει τριά μερόνυχτα, παλεύει τρείς ημέρες
τις τρείς ημέρες έκοβεν ούλον μύτες και γλώσσες
οι μύτες εν τους δράκοντες, οι γλώσσες εν τους λεόντες,
στο γύρισμα τ' αλόγου του, στο κλώσμα του σπαθιού του,
είχε μωρά Σαρακηνά, γέροντες αρκουδιώντες,
κι έστησαν τα βροχόλουρα, Θεοφύλαχτον τον πιάνουν. 
Έραψαν τα ματάκια του τρείς δίπλες το ραφίδι,
εδέσασι τα χέρια του τρείς δίπλες τ' αλυσίδι,
έβαλαν και στη ράχη του εννιά μοδιών μολύβι.

-Σύ είσ' ο Θεοφύλαχτος ο γιός του Μαστραγκύλα,
που σκότωσες τον κύρη του και πήρες το λαό του,
χίλια χωριά του ξάλειψες και δεκαπέντε χώρες; 
- Εγώ είμ' ο Θεοφύλαχτος, ο γιός του Μαστραγκύλα,
που σκότωσα τον κύρη σου και πήρα το λαό του,
χίλια χωριά του ξάλειψα και δεκαπέντε χώρες. 
Εκρόνοιξε τα μάτια του και κόπη το ραφίδιν,
έσφιξε τες αγκώνες του και κόπη τ' αλυσίδιν,
έγειρε και τη ράχη του κι έπεσε το μολύβιν,
απέσπασεν τ' αδέρφι του, που 'τον φυλακωμένο. 
Παλεύει τριά μερόνυχτα, παλεύει τρείς ημέρες,
κι εκεί χαμαί 'δωκε χαρτί και πήρεν αντιχάρτι.

Κι έκαμε δίκιον πόλεμον κι ακούστηκε στον κόσμο.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου