Παρασκευή 9 Μαΐου 2014

ΛΟΓΙΑ ΚΑΙ ΛΑΪΚΗ ΠΑΡΑΔΟΣΗ-ΜΥΘΟΙ ΚΑΙ ΑΡΧΑΙΑ ΤΡΑΓΩΔΙΑ


Ο Χάρος είναι μια μορφή της λαϊκής παράδοσης που διατηρήθηκε προφορικά από την αρχαιότητα σε πείσμα της λόγιας παράδοσης που τον θέλει βαρκάρη 
Οι αρχαίες απεικονίσεις τον δείχνουν ένοπλο πολεμιστή, όπως τα σύγχρονα Δημοτικά Τραγούδια, και γνωρίζουμε πως το αρχικό του όνομα ήταν Χαρούμ.


Η γλωσσική διαμάχη Δημοτικιστών και καθαρευόντων συντάραξε  την πνευματική ζωή της Ελλάδας τον 19ο και τον 20ο αι. Είναι η κορυφή του παγόβουνου, αλλά και εν πολλοίς ένα ψευδοπρόβλημα, μια που επρόκειτο για μια διαμάχη μεταξύ λογίων. Ο τύπος της γλώσσας δεν μπορεί να είναι το ζητούμενο, αλλά το περιεχόμενό της είναι. Και πάντα ήταν, απλά αυτό εκδηλώθηκε και γλωσσικά από μια στιγμή και μετά στην Ελληνική Ιστορία.


Η πνευματική δημιουργία σε όλες τις μορφές της Τέχνης δεν μπορεί παρά να έχει λαϊκή αφετηρία.  Τα πρώτα πνευματικά δημιουργήματα του ανθρώπου δεν ήταν λόγιας, πεπαιδευμένης προέλευσης, αλλά αυθόρμητα έργα. Ο πρωτόγονος άνθρωπος όμως, αισθάνθηκε τόση έκπληξη από τις δημιουργίες του που θεώρησε πως είχαν μαγική και θρησκευτική ισχύ. Οι αρχαίοι Έλληνες πίστευαν πως κάθε είδους πνευματική δημιουργία είναι θεόπνευστη. Προέρχονταν  από τις Μούσες, και κατόπιν από τον Διόνυσο (θεός της Τραγωδίας) και τον Ερμή (θεός των ρητόρων και των φιλοσόφων)

Η λαϊκή δημιουργία, είναι προϊόν μιας ισχυρής κοινότητας (φυλής – φάρας) με βαθιές παραδόσεις και συνοχή. Αυθόρμητο προϊόν, δεν έχει στόχους, ιδεολογία και αντίπαλο. Καμιά φορά δεν κάνει καν διαχωρισμό Καλού και Κακού. Ενδιαφέρεται μόνο για την γνησιότητα και αμεσότητα της έκφρασής της, και δεν στοχεύει να διδάξει, να καθοδηγήσει, ούτε να προπαγανδίσει με άλλο μέσο εκτός από την ίδια της την αγνότητα.  Γι αυτό οι λόγιοι την θεωρούν αφελή και αδόκιμη αλλά προπάντων επικίνδυνη.


Η λόγια πνευματική δημιουργία, ορίζεται σαν μια προσπάθεια έρευνας, συστηματοποίησης και δημιουργίας κανόνων, τύπων και συμπερασμάτων πάνω στην πνευματική ζωή. Μόνο έτσι δεν ξεκίνησε όμως.


Αρχικός στόχος των λόγιων δημιουργιών, ήταν η τιθάσευση της λαϊκής δημιουργίας. Σαν εκφραστές ενός ξέχωρου πλέον από το λαό ιερατείου και μιας αυστηρής και καταπιεστικής πλέον κοινωνικής δομής, θίγονταν άμεσα από τον αυθορμητισμό της λαϊκής τέχνης. Ετσι, η λόγια καταγραφή των ασμάτων, θρύλων, μύθων κλπ που εξ ορισμού είχαν λαϊκή προέλευση, δεν στόχευε στην επιστημονική συλλογή τους, αλλά στην μετάπλασή τους ώστε να συμβαδίσουν με τις ανάγκες της επίσημης θρησκείας και του κράτους.

 Αυτά είναι εμφανή στην αρχαία Τραγωδία, που στόχο έχει να δικαιολογήσει τα άτοπα έργα των θεών που αναφέρονταν ωμά στους αρχικούς μύθους. Είναι τόσο αφελής αυτή η προσπάθεια, που σχεδόν πάντα η λύση έρχεται με μια ουρανοκατέβατη παρέμβαση, και όχι με μια φυσική ροή. Σε πολλές περιπτώσεις διαφαίνονται από την αφήγηση οι άλλες παραλλαγές του μύθου, που το κοινό της Τραγωδίας γνωρίζει, και οι ποιητής προσπαθεί να διαψεύσει. Τα ίδια θα ανιχνεύσουμε και στα Ομηρικά Επη. Ο Ομηρος προσπαθεί να αποκρύψει την Τρωική εισβολή που προηγήθηκε της πολιορκίας, αλλά παρουσιάζει τον Εκτορα να γνωρίζει τις πηγές του Αργους…

Ο Παυσανίας, γνωρίζει πολλές προφορικές =λαϊκές, γνήσιες  παραλλαγές των Μύθων, (αναφέρει και μερικές) και το επισημαίνει:


«Πολλοί λένε και άλλα αναληθή, όσοι δεν γνωρίζουν την
ιστορία, και θεωρούν ακριβή όσα άκουσαν από τα παιδικά
τους χρόνια στα τραγούδια και τις τραγωδίες..»
 «γιατί οι αρχαίοι Μύθοι δεν παραδόθηκαν από [γραπτά]
 έπη, και μπόρεσαν έτσι να πλαστούν πολλά [ανακριβή]
ειδικά σχετικά με τα γένη των Ηρώων»
Αττικά, 3, 3 και 38, 7

 Η λόγια και η λαϊκή πνευματική δημιουργία, λοιπόν,  ξεκίνησαν σαν εχθροί εξ αρχής. Βέβαια, αργά η γρήγορα, η λόγια δημιουργία εξελίχθηκε, δίνοντας αυτόνομα έργα υψηλής πνοής, τόσο επιστημονικά, όσο και καλλιτεχνικά. Δεν μπορούμε να την υποτιμήσουμε σε αυτό το σημείο. Είναι αδιανόητο να σκεφτούμε την λέξη «πολιτισμός» χωρίς αυτά τα τιτάνια έργα  που παραδόθηκαν από τους αρχαίους σοφούς.



Παρά την πρόοδο αυτή,  η σχέση των λογίων με τη λαϊκή παράδοση δεν μεταβλήθηκε. Μάλιστα επιδεινώθηκε, γιατί πλέον, οι λόγιοι, έχοντας δικές τους, γερές βάσεις, αδιαφόρησαν  για,  και συκοφάντησαν τον, λαϊκό πολιτισμό. Από την Ελληνιστική και την Βυζαντινή εποχή, οι δυο γραμμές λειτούργησαν στην Ελλάδα ανεξάρτητα. Υπήρχαν τυχαίες αλληλεπιδράσεις αλλά δεν επηρέασαν την ουσία των δύο ρευμάτων. Οι βυζαντινοί λόγιοι, και σε πολύ μικρότερο βαθμό οι Αλεξανδρινοί (γι αυτό τους ονόμασαν «Γραμματικούς»)επιδόθηκαν στην μελέτη, συστηματοποίηση και σχολιασμό των αρχαίων συγγραφέων (έργο τιτάνιο, βέβαια) και δεν φαίνεται πως είχαν καιρό να κάνουν τίποτα άλλο, και κυρίως να δώσουν πρωτότυπες, δικές τους δημιουργίες.

Φτάσαμε λοιπόν στο σημείο, να υπάρχουν στην Ελλάδα δύο κόσμοι και δύο γλώσσες. Ο ίδιος ο Αυτοκράτορας, από τον 9ο αι., έλεγε «ψωμί» αλλά οι λόγιοι έγραφαν «άρτος». (είναι μια από τις ελάχιστες τεκμηριωμένες αποδείξεις της διγλωσσίας) ενώ οι ιερείς καταριώνταν τους λαϊκούς βάρδους που τραγούδαγαν Δημοτικά Τραγούδια. Ο λαϊκός πολιτισμός όμως ήταν τόσο ανθηρός, που οι λόγιοι, όσο και να το αποφεύγουν, μας δίνουν μαρτυρίες για δημοτικά τραγούδια που, φυσικά, δεν καταδέχτηκαν να καταγράψουν. Η μεγαλύτερη απόδειξη ύπαρξης του μεγάλου αυτού λαϊκού πολιτισμού ήταν η συλλογή των Δημοτικών τραγουδιών από τους λογίους –επιτέλους- τον 19ο και τον 20ο αι., σε μια εποχή, βέβαια, που είχαν ήδη αρχίσει να παρακμάζουν.

Υγιής πνευματική ζωή δεν μπορεί να υπάρξει σε ένα τόπο όπου υπάρχουν τέτοια στεγανά.  Ηδη από τον 12ο αι, ο (οι) Πτωχοπρόδρομος επιχείρησε μια σύζευξη. Αμφιλεγόμενη είναι και η καταγραφή των Ακριτικών Επών, που σα στόχο είχε (όπως και οι αρχαίοι μυθογράφοι) να δώσει μια επίφαση νομιμοφροσύνης στον ανεξάρτητο και ρέμπελο αυτό ήρωα.

Ανάλογα έργα με λαϊκή χροιά έγιναν στην περίοδο της Τουρκοκρατίας (Ερωτόκριτος – το Χρονικό του Γαλαξιδίου, κλπ) δυστυχώς όμως, πολλά ήταν ήδη επηρεασμένα από την Δύση. Στην εγγενή απέχθεια των Ελλήνων λογίων προς την λαϊκή δημιουργία, προστέθηκε και ο θαυμασμός και η μίμηση της Δύσης…


Ηταν στραβό το κλήμα, το ‘φαγε και η Αναγέννηση κι ο Διαφωτισμός…



Όπως ήδη έγραψα, η σημαντικότερη επαφή λόγιου και λαϊκού πολιτισμού ήταν η καταγραφή των Δημοτικών τραγουδιών, καθώς και η διάσωση «απομνημονευμάτων» λαϊκών αγωνιστών. Δεν έλειψαν βέβαια οι επεμβάσεις και οι κατά το δοκούν ερμηνείες, αλλά γενικά, η προσπάθεια ήταν επιστημονικά ορθή.

Η ώθηση που δόθηκε στην πνευματική μας δημιουργία ήταν ανυπολόγιστη. Δεν θα υπήρχε ούτε Σολωμός, ούτε Παλαμάς, ούτε Ελύτης ούτε Κόντογλου, ούτε Τσαρούχης, ούτε, … χωρίς την αυθεντική  καταγραφή –για πρώτη φορά στην Ελληνική Ιστορία – του λαϊκού μας πολιτισμού.


Πολύ φοβούμαι όμως πως το αίμα νερό δεν γίνεται, και οι λόγιοί μας, μετά από αυτήν την παρασπονδία κατά των Προγόνων τους, επέστρεψαν στις πατρογονικές τους συνήθειες, ενώ πλέον λαϊκός πολιτισμός δεν υπάρχει, γιατί κατέρρευσε η Κοινότητα που τον γαλουχούσε. 


Το μέλλον του πολιτισμού μας είναι αβέβαιο, όχι γιατί οι λόγιοι στρέφονται αλλού (το έχουν ξανακάνει) αλλά γιατί η Πηγή έχει στερέψει…


Δημήτρης Σκουρτέλης.

Πέμπτη 8 Μαΐου 2014

ΦΩΤΗ ΚΟΝΤΟΓΛΟΥ -Η μάχη της Άγκυρας


ΦΩΤΗ ΚΟΝΤΟΓΛΟΥ

«ΕΞ ΑΝΑΤΟΛΩΝ ΠΝΕΥΜΑΤΑ ΟΡΓΙΣΜΕΝΑ»


Αλλά τα περισσότερα διαβολικά σημεία και φαντάσματα φανερωθήκανε κατά το έτος 1405 σ’ έναν κάμπο λεγόμενο Τζιβουκαβάντ, τρία χρόνια ύστερ’ απ’ τον μεγάλο πόλεμο πόγινε σ’ αυτό το μέρος ανάμεσα στους Τάταρους και τους Τούρκους.

Επί κάμποσα χρόνια βγαίνανε σ’ αυτόν τον διαβολότοπο πλήθος καβαλαρέοι, με σιδεροπουκάμισα και περικεφαλαίες φοβερές, κ’ η γης έτρεμε από το ποδοβολητό , κι αχολογούσε ο τόπος από τα χουγιαχτά κι από τον βρόντο που κάνανε τ’ άρματα και τα νταούλια, κι από τα χλιμιντρίσματα των αλόγων.

Φανερωνόντανε πολλές φορές και κατά το μεσημέρι, μέσα στο τηγάνισμα του ήλιου, και σηκώνανε πολλή σκόνη και κουρνιαχτό. Στον αέρα σφυρίζανε σαγίτες, σα να σφεντονιζόντανε εκατομμύρια φίδια. Μαζί με τους πολεμιστές βγαίνανε από τη γης και κάμποσοι ελέφαντες, έχοντας τις μύτες τους αψηλά και βογγώντας τρομαχτικά, καβαλικεμένοι από δαιμόνια. Τη νύχτα ακουγόντανε μονάχα η οχλοβοή, τα σπαθιά κι’ οι σαγίτες. Το χώμα είχε γίνει σα καβουρντισμένο σ’ αυτό το μέρος, δίχως πράσινο φύλλο.

Αυτός ο κάμπος βρίσκεται κατά τα βορινά της Άγκυρας, κοντά σ’ ένα βουνό λεγόμενο Στέλλα. Εκεί χτυπηθήκανε οι Τάταροι και οι Τούρκοι, από τη μια μεριά ο Τιμούρ, ο λεγόμενος Σίδερο και Μεγάλος Λύκος Γκουργκάν, κι από την άλλη μεριά ο σουλτάν Μπαγιαζήτ, ο λεγόμενος Γιλντιρίμ, που πα να πει αστροπελέκι.

Ο Ταμερλάνος ήτανε τότες γέρος, κι είχε ανάμεσα στους πολεμάρχους του τους τέσσερις γιους του και πέντε εγγόνους, ο δε Μπαγιαζήτ είχε καπεταναίους τους πέντε γιούς του. Οι στρατιώτες ήτανε Τούρκοι, Τάταροι, Τουρκομάνοι, Σέρβοι, κι άλλες φυλές, όλοι τους αιμοβόροι και θεριόψυχοι και λυσσασμένοι να φάνε τα κρέατά τους. Για τούτο κείνος ο κάμπος είδε τέτοια σφαγή, που τρόμαξε, κι απόμεινε στοιχειωμένος.

Το χώμα ανακατεύτηκε με τριμμένα κόκκαλα και, σαν έβρεχε, βρωμούσε ο τόπος πολλά χρόνια υστερώτερα.
Δω και κει βρίσκανε οι καμηλιέρηδες σπαθιά λυωμένα και ταρκάσια, χάμουρα, πέταλα και χαλκάδες των αυτιών.  

Οι Σαράντα δύο Μάρτυρες του Αμορίου

Αναπαράσταση του Βυζαντινού Αμορίου με βάση τις ανασκαφές
Συμπεφραγμένοι ἀνδρικῶς πρὸς ἀνόμους,
συντεταγμένοι λογικῶς πρὸς ἀθέους,
τὴν πανοπλίαν ἤρασθε Χριστοῦ τοῦ Θεοῦ·
πίστιν μὲν ὡς μάχαιραν, ἐπὶ χεῖρα λαβόντες,
ἀσπίδα τὴν ἐλπίδα δέ, τεθεικότες ἐπ' ὤμων,
καὶ τῆς ἀγάπης θώρακα σαφῶς, ἐνδεδυμένοι,
ἐχθροὺς ἐτροπώσασθε.

Η στρατηγική θέση του Αμορίου


Τοὺς νεοφανεῖς, ὁπλίτας τῆς Πίστεως,
ὡς ὑπὲρ Χριστοῦ, προθύμως ἐναθλήσαντας,
ἐγκωμίων στέμμασιν,
ἐπαξίως πάντες στεφανώσωμεν,
ὑπὲρ ἡμῶν πρεσβεύοντας Χριστῷ,
ὡς πύργους καὶ φυλακας τῆς Ῥωμαίων ἀρχῆς.

(Από την ακολουθία των Σαράντα δύο Μαρτύρων του Αμορίου)


Αμόριον
Έτσι είδαν την Άλωση της πόλης οι Βυζαντινοί μικρογράφοι
Τα γεγονότα

Το Αμόριο (Ἀμόριον) ήταν η πρωτεύουσα και το μεγάλο οχυρό του Θέματος των Ανατολικών, μέχρι την άλωσή του από τους Άραβες το 838, από τον Αββασίδη χαλίφη της Βαγδάτης και Σαμάρας Αλ - Μοτασίμ.

Βρίσκονταν στρατηγικά τοποθετημένο στο κέντρο της Μικράς Ασίας, και ήταν η πρωτεύουσα της αρχαίας Φρυγίας, και πιθανά η πατρίδα του Αισώπου. Σημαντικότατο στρατιωτικό και διοικητικό κέντρο, ιδιαίτερη πατρίδα του Αυτοκράτορα Θεόφιλου “του εξ Αμορίου” και γενέτειρα της δυναστείας του.

Καταστράφηκε από τους Άραβες ως αντίποινα για την καταστροφή από το βυζαντινό στρατό της ιδιαίτερης πατρίδας του Μοτασίμ, της Ζάπετρας (η Σωζόπετρα της Β. Συρίας). Οι Άραβες θεώρησαν τη πράξη αυτή του Θεόφιλου παρασπονδία και έλλειψη ιπποτισμού, και έτσι ο Μοτασίμ κήρυξε σταυροφορία. Όλοι οι στρατιώτες του έγραψαν πάνω στις ασπίδες τους: “ΑΜΟΡΙΟ”.

Ο Μοτασίμ στόχευε στην κατάληψη και της Άγκυρας. Ο Χαλίφης έκανε ταυτόχρονα δυο επιθέσεις. Μιά στρατιά του εισέβαλε βαθιά στη Μικρά Ασία, ενώ η άλλη νίκησε τις αυτοκρατορικές δυνάμεις υπό το Θεόφιλο στο Ανζέν.
Τα στρατεύματα των Αββασιδών τότε λεηλάτησαν την Άγκυρα, και μετά στράφηκαν νότια προς το Αμόριο. Έχοντας διασπασμένες τις δυνάμεις του για να αντιμετωπίσει την πολυμέτωπη επίθεση, ο Αυτοκράτορας δεν κατάφερε να αποτρέψει τα γεγονότα.

Ο Βυζαντινός διοικητής Βοϊδίτζης, πρόδωσε την πόλη. Έτσι κι αλλιώς ήταν καταδικασμένη, γιατί ο Θεόφιλος δεν μπορούσε να την ενισχύσει απ' έξω. Το Αμόριο καταστράφηκε μεθοδικά, με αποτέλεσμα να μην αποκτήσει ποτέ ξανά την παλαιά του αίγλη. Πολλοί από τους κατοίκους του σφαγιάστηκαν, ενώ οι υπόλοιποι πουλήθηκαν σκλάβοι. Αναφέρεται ο αριθμός των εβδομήντα χιλιάδων θυμάτων, που είναι τεράστιος για την εποχή.



Αμόριον:
Κιονόκρανα του ναού
Οι συνέπειες

Η Άλωση του Αμορίου ήταν μεγάλη στρατιωτική καταστροφή και βαρύ προσωπικό πλήγμα στο Θεόφιλο, τραυματικό γεγονός για τους Βυζαντινούς, οι συνέπειες του οποίου απηχούν στη μεταγενέστερη γραμματεία, αλλά και τη λαϊκή ψυχή. Ακόμα, απαξίωσε το δόγμα της Εικονομαχίας, που στηρίχθηκε σε μεγάλο βαθμό στις στρατιωτικές επιτυχίες των Αυτοκρατόρων που την υποστήριζαν. 

Πάντως, η καταστροφή αυτή δεν άλλαξε τελικά την ισορροπία δυνάμεων, η οποία έγερνε υπέρ του Βυζαντίου, αλλά συνέβαλε αποφασιστικά στην εγκατάλειψη της Εικονομαχίας λίγο μετά το θάνατο του Θεόφιλου το 842.


Αμοριον:
Αυτά που απέμειναν από τις τοιχογραφίες

Οι Μάρτυρες

Από τους αιχμαλώτους του Αμορίου διαλέχτηκαν 42 βυζαντινοί αξιωματικοί και στρατιώτες, που ο Μοτασίμ θέλησε να μεταστρέψει στο Ισλάμ, για να αποδείξει και την πνευματική, μετά την στρατιωτική ισχύ των Μουσουλμάνων. Θεωρούσε πως αυτό θα ήταν η κορωνίδα της νίκης του. Να σημειώσουμε πως το αντίστοιχο φαινόμενο παρουσιάστηκε στο Βυζάντιο. Ο Θεόφιλος, μετά από μια σειρά νίκες, κατάφερε να πάρει με το μέρος του 14.000 Άραβες πρόσφυγες υπό τον αρχηγό τους, Νασρ, ο οποίος βαπτίστηκε χριστιανός, παίρνοντας το όνομα Θεόφοβος. Ήταν άλλος ένας λόγος της επιμονής του Μοτασέμ στην θρησκευτική μεταστροφή των Ελλήνων στρατιωτικών, η οποία όμως απέτυχε χάρη στο ηθικό τους ανάστημα.

Έμειναν σε φριχτές συνθήκες κράτησης για χρόνια, και για να αλλαξοπιστήσουν τους προσφέρθηκαν μεγάλα αξιώματα. Θανατώθηκαν τελικά το 842 , επειδή δεν δέχθηκαν να απαρνηθούν τη χριστιανική τους πίστη. Μετά από την εκτέλεσή τους στην πόλη Σαμάρα, ο Μοτασέμ αποκεφάλισε και τον προδότη Βοϊδίτζη, αυτόν που είχε αποκαλύψει τα μυστικά των οχυρώσεων του Αμορίου. Τιμώνται ως μάρτυρες από την Ορθόδοξη Εκκλησία και η μνήμη τους γιορτάζεται στις 6 Μαρτίου.

Διασώθηκαν τα ονόματα ορισμένων από αυτούς τους ήρωες: Θεόδωρος ο Κρατερός, πρωτοσπαθάριος (ήταν μάλιστα πρώην ιερέας που εξιλεώθηκε για την εγκατάλειψη του λειτουργηματός του με τον μαρτυρικό του θάνατο), Κωνσταντίνος Βαβούτζικος, δρουγγάριος της βίγλας, Κωνσταντίνος , Κάλλιστος ο Τουρμάρχης, Θεόφιλος ο Πατρίκιος , Βασσόης ο δρομεύς, Αέτιος, Μελισσηνός, Κύριλλος.




Αμοριον:
Ο ναός
Τα ακριτικά τραγούδια

Σαν πατρίδα Εικονομάχων Αυτοκρατόρων, το Αμόριο θεωρήθηκε ως μήτρα πολλών αιρέσεων. Είναι άλλωστε γενικά παραδεκτό πως ένας από τους πυρήνες δημιουργίας του Ακριτικού κύκλου ήταν οι αιρετικοί πληθυσμοί της Μικράς Ασίας…

Η Αλωση της πόλης, λοιπόν, γέννησε τα αρχαιότερα ακριτικά τραγούδια που γνωρίζουμε, αυτά του κύκλου του Αρμούρη. Το όνομα προέρχεται από την πόλη, και στην φανταστική τους υπόθεση, ο μυθικός νεαρός εκδικητής, γιος ενός από τους αιχμαλώτους, διαβαίνει τον Ευφράτη, πολεμά τους Σαρακηνούς και ελευθερώνει τον πατέρα του.




Περισσότερες φωτογραφίες και στοιχεία, εδώ

Αμοριον:
Από αυτά που απέμειναν από τις τοιχογραφίες του ναού





Αμόριον:
Ένα Λυχνάρι

Αμόριον:
Τάφοι




Αμόριον:
Δαχτυλίδια


Αμόριον:
Βρύση με ποτίστρες



Αμόριον:
Βραχιόλια

Αμόριον:
Μπρούτζινος σταυρός

Αμόριον:
Το κρανίο ενός υπερασπιστή του Αμορίου.
Μια σπαθιά του έσκισε το σαγώνι, μιά άλλη το μάτι,
και μιά άλλη σφηνώθηκε βαθιά στο κρανίο του. 

Οι Αραβες είχαν εκλάβει την εκστρατεία κατά του Αμορίου
ως Σταυροφορία, γιατί θεώρησαν πως ο Θεόφιλος είχε πολεμήσει
 καταπατώντας τους κανόνες του ιπποτισμού,
 όταν κατάστρεψε την πατρίδα του Μοτασέμ.
Η λύσσα τους φαίνεται εδώ καθαρά.







Αμόριον:
Σπασμένη και μισοκαμένη κοκάλινη λαβή -όπλου πιθανά

Δευτέρα 5 Μαΐου 2014

Μιχαήλ Β - Θωμάς ο Σλάβος. Ζωντανά στο κύταρρο.


O Aπόλλων γδέρνει τον Μαρσύα.
Να μην ακούσω κουβέντα λοιπόν 

Ελληναράδες μου!
πηγή εικόνας, εδώ

Ο Αυτοκράτορας Μιχαήλ Β, νικώντας τον σφετεριστή Θωμά τον Σλάβο, που είχε πολιορκήσει την Κωνσταντινούπολη, τον πατάει στο σβέρκο, του κόβει τα χέρια και τα πόδια και τον γυρνάει στο στρατόπεδο πάνω σε γάιδαρο ενώ ο Θωμάς ψέλλιζε:
“Λυπήσουμε αληθινέ βασιλιά”

“και επ' εδάφους απλώσας αυτὸν και τω ποδὶ τὸν αὐχένα τούτου πατήσας ἀκρωτηριάζει ποδῶν αὐτὸν καὶ χειρῶν, ὄνῳ τε ἐπικαθίσας θεατρίζει διὰ το στρατοπέδου, οὐδὲν ἄλλο ἐπιβοώμενον, ἀλλ' ἢ 'ἐλέησόν με, ἀληθῶς βασιλεῦ'”

Και μετά άρχισε να ρωτάει τους οπαδούς του Θωμά αν γνώριζαν και άλλους που να είναι (κρυφά) μαζί του.

Αλλά τον διέκοψε ο πατρίκιος Ιωάννης ο Εξαβούλιος:

“Δεν είναι σωστό, αλλά παράλογο να πιστεύεις, βασιλιά, περισσότερο τους εχθρούς από τους φίλους”

“Ου δέον ω βασιλεύ, αλλά λίαν αλόγιστον εχθροίς πιστεύειν κατά των φίλων”

Και με αυτά τα λόγια πολλοί γλύτωσαν την τιμωρία...

“καὶ τούτῳ τῷ λόγῳ διέλυσε τὰς κατὰ τῶν ταλαιπώρων πολιτῶν καὶ φίλων αὐτοῦ μελλούσας ἐγείρεσθαι τιμωρίας”

λέει το χρονικό του Σκυλίτση...

Όλη η ιστορία περιληπτικά εδώ

Παρασκευή 2 Μαΐου 2014

Η αίρεση των Παυλικιανών και τα Ακριτικά Έπη

 
Το κάστρο της Τεφρικής ήταν το κέντρο των Παυλικιανών. Η θέση ήταν ισχυρότατη και στρατηγικά τοποθετημένη ανάμεσα στα συνοριακά "Θέματα" του Βυζαντίου. Οι Βυζαντινοί ισοπέδωσαν τα πάντα. Τα ερείπια που σώζονται προέρχονται από την μετέπειτα οχύρωσή της.

Ο Παυλικιανισμός ήταν Χριστιανική Αίρεση της Μικράς Ασίας που διαδόθηκε από τον 7ο αιώνα και μετά. Ιδρυτής του Παυλικιανισμού ήταν ένας Αρμένιος με το όνομα Κωνσταντίνος, Μανιχαίος που απαρνήθηκε την πίστη αυτή θέτοντας έτσι τις βάσεις της Παυλικιανής διδασκαλίας.
Οι Παυλικιανοί ή Παυλιανίτες υποστήριζαν ότι ο Ιησούς είχε ουράνιο σώμα και ότι απλά διήλθε από το σώμα της Μαρίας.
Κεντρική θέση για τους Παυλικιανούς κατείχαν οι επιστολές του Αποστόλου Παύλου, τον οποίο τιμούσαν ιδιαίτερα. Επιπλέον αναγνώριζαν μία απόκρυφη επιστολή του προς τους Λαοδικείς.
Οι Παυλικιανοί πίστευαν ότι η τιμή προς τους Αγίους απομάκρυνε τους ανθρώπους από την αποκλειστική τιμή που όφειλαν στο Θεό.
Απέρριπταν τα μυστήρια. Επίσης διατηρούσαν για τον εαυτό τους το αποκλειστικό προνόμιο να χαρακτηρίζονται Χριστιανοί.
Απέρριπταν τον πλουτισμό, δεν παραδέχονταν την εκκλησιαστική ιεραρχία, ούτε τις Εικόνες. Πίστευαν δε, όπως και οι Μανιχαίοι στην πάλη δυο ισοδύναμων “βασιλείων” του Θεού και του Διαβόλου.
Οι Παυλικιανοί πρόσφυγες αναγκάστηκαν κάποια στιγμή να μεταστραφούν στο Ισλάμ, όταν κατέφυγαν στα εδάφη της Μελιτηνής κατόπιν διωγμών, αν και μια τέτοια μεταστροφή ήταν αποτέλεσμα πολιτικής πίεσης και εντελώς εικονική.
Αυτό όμως που ξεχώριζε τους Παυλικανούς από τις άλλες αιρέσεις ήταν κύρια η οργάνωση και η μαχητικότητά τους. Μπόρεσαν να ιδρύσουν κράτος και να δημιουργήσουν στρατό, ώστε να αντιμετωπίσουν τους διώκτες τους με το ίδιο νόμισμα.
Για κάποια στιγμή φάνηκε πως οι Παυλικιανοί θα συμμαχούσαν με τους Εικονοκλάστες. Πράγματι αρχικά υπήρξε ανοχή, όχι τόσο λόγω πνευματικής συγγένειας αλλά γιατί τα σύνορα, η βάση των Παυλικιανών, κινδύνευαν από τους Άραβες. Οι διαφορές τους όμως ήταν πολύ μεγάλες.

Οι διωγμοί
Οι αυτοκράτορες Μιχαήλ Α΄ Ραγκαβές και Λέων Ε΄ ο Αρμένιος προχώρησαν σε εκτεταμένους διωγμούς εναντίον των Παυλικιανών στη Μικρά Ασία. Ηγέτης τους ήταν ο Σέργιος Τυχικός, ιδρυτής της «εκκλησίας Λαοδικείας», της κοινότητας των Παυλικιανών στο Κυνοχώριον ή Κοινοχώριον στον Πόντο.
Η αντίδραση των μαθητών του Σεργίου Τυχικού στους διωγμούς ήταν βίαιη, καθώς οι κάτοικοι του Κυνοχωρίου, σε συνεργασία με μια ένοπλη ομάδα μαθητών του Σεργίου, τους λεγόμενους «αστάτους», δολοφόνησαν τους κυριότερους διώκτες τους στην περιοχή. Μετά τις δολοφονίες, ο Σέργιος και οι άστατοι εγκατέλειψαν τα βυζαντινά εδάφη και κατέφυγαν στον Αμρ αλ-Ακτά, εμίρη της Μελιτηνής, που τους παραχώρησε ως τόπο εγκατάστασης το Αργαούν και την Αμάρα, όπου ο Σέργιος Τυχικός οργάνωσε μια νέα κοινότητα, την οποία ονόμασε «εκκλησία Κολοσσαέων», η οποία εξελίχθηκε σε κανονικό και οργανωμένο κράτος.
Σε συνεργασία με τους Άραβες, οι Παυλικιανοί πρόσφυγες άρχισαν επιδρομές εναντίον των βυζαντινών εδαφών της Μικράς Ασίας. Το 843/844, κατά τη διάρκεια του διωγμού που είχε εξαπολύσει η αυτοκράτειρα Θεοδώρα, ο Καρβέας, πρωτομανδάτωρ του Θεοδότου Μελισσηνού, στρατηγού του θέματος των Ανατολικών, εγκατέλειψε το Βυζάντιο και μαζί με 5.000 διωκόμενους αιρετικούς κατέφυγε στους Παυλικιανούς, όπου και ανέλαβε την ηγεσία. Ο πατέρας του ήταν θύμα του διωγμού. Γύρω στο 844 νίκησε τις βυζαντινές δυνάμεις και αιχμαλώτισε τον Κάλλιστο, δούκα Κολωνείας. Αναφέρεται πως ο διωγμός της Θεοδώρας είχε 100.000 θύματα, αριθμός υπερβολικός βέβαια, που δείχνει όμως την έκταση των επεισοδίων.


Οι Παυλικιανοί συνέχισαν τις επιδρομές τους, σε συνεργασία με τους Άραβες των εμιράτων της Μελιτηνής και της Ταρσού. Από το 851 έως το 853 ο Καρβέας, σε συνεργασία με τον εμίρη της Ταρσού, Αλί ιμπν Γιαχγιά αλ-Αρμανί διενεργούσε ετήσιες επιδρομές στα βυζαντινά εδάφη της Μικράς Ασίας.
Ο Καρβέας ίδρυσε νέα πρωτεύουσα, την Τεφρική, σε αρκετή απόσταση από την Μελιτηνή, ώστε να είναι ανεξάρτητη από αυτήν, και σε στρατηγικό σημείο κοντά στη βυζαντινή μεθόριο, ως βάση για επιδρομές στα βυζαντινά εδάφη και ως καταφύγιο για τους διωκόμενους Παυλικιανούς. Το 856 ο στρατηγός Πετρωνάς, που εκτελούσε χρέη δομέστικου των σχολών, επέδραμε εναντίον της, λεηλάτησε τα περίχωρά της, αλλά απέτυχε να καταλάβει την ίδια την πόλη.
Το 859, ο Καρβέας έσπευσε σε βοήθεια των Σαμοσάτων, που αντιμετώπιζαν μεγάλης κλίμακας επίθεση από τους Βυζαντινούς. Το 860 εξαπέλυσε νέα επιτυχημένη επιδρομή στα βυζαντινά εδάφη του Πόντου.
Ο Καρβέας πέθανε από φυσικό θάνατο το 863 στην Τεφρική. Τον ίδιο χρόνο ο Εμίρης Ομάρ, ο καλύτερος σύμμαχός του, ηττήθηκε στη μάχη του Λαλακάοντα από τους Βυζαντινούς, που πλέον πήραν την αποφασιστική πρωτοβουλία στην Ανατολή. Ήταν η αρχή του τέλους για τους Παυλικιανούς, όσο κι αν είχαν ακόμα να σημειώσουν μεγάλες νίκες.
Τον Καρβέα διαδέχθηκε ο ανιψιός και γαμπρός του, Χρυσόχειρ, που συνέχισε επιδρομές εναντίον των Βυζαντινών. Οι σημαντικότερες ήταν στη Βιθυνία (θέματα Οψικίου και Οπτιμάτων), όπου λεηλάτησε την Νίκαια και την Νικομήδεια και τα εδάφη του Θέματος Θρακησίων το 869. Το κράτος των Παυλικιανών έφθασε τότε στο απόγειο της δύναμής του.
Ο αυτοκράτορας Βασίλειος Α΄ (867-886) ήρθε σε διαπραγματεύσεις με τους Παυλικιανούς για ειρήνη και ανταλλαγή αιχμαλώτων. Έστειλε το 869 στην Τεφρική το μοναχό Πέτρο Σικελιώτη. Όμως, ο Χρυσόχειρ αρνήθηκε να συνάψει ειρήνη.
Την άνοιξη του 871 ο αυτοκράτωρ Βασίλειος, επικεφαλής μεγάλης δύναμης, εκστράτευσε εναντίον των Παυλικιανών και πολιόρκησε την Τεφρική. Ο Χρυσόχειρ απέκρουσε την επίθεση, αλλά ο Βασίλειος ισοπέδωσε την πόλη της Αμάρας και τα φρούρια της Σπάθης και του Κοπτού.
Το 872 ο Χρυσόχειρ έκανε μεγάλη επιδρομή στο εσωτερικό της Μικράς Ασίας, λεηλάτησε τις περιοχές της Άγκυρας και των Κομμάτων στη Γαλατία, παίρνοντας πολλά λάφυρα. Ο Βασίλειος έστειλε εναντίον του το δομέστικο των σχολών Χριστόφορο. Ο τελευταίος, χρησιμοποιώντας την γνωστή στους αναγνώστες μας “Παραδρομή” περικύκλωσε τις δυνάμεις του Χρυσόχειρα στην περιοχή του Βαθέως Ρύακος και, την ίδια νύχτα, επιτέθηκε αιφνιδιαστικά, τρέποντάς τους σε άτακτη φυγή. Ο Χρυσόχειρ έχασε τη ζωή του προσπαθώντας να διαφύγει.
Το κάστρο της Καισάρειας

Η ήττα των Παυλικιανών στο Βαθύ Ρύακα και ο θάνατος του ηγέτη τους αποδυνάμωσαν το κράτος τους, που δε διέθετε πια ούτε δύναμη ούτε ισχυρή ηγεσία. Επιπλέον, όπως είπαμε, οι αραβικές ηγεμονίες δεν ήταν πλέον σε θέση να βοηθήσουν.
Το 873 ο Βασίλειος Α΄, επιστρέφοντας από εκστρατεία εναντίον των Αράβων της Μελιτηνής, λεηλάτησε τα εδάφη του κράτους των Παυλικιανών ισοπεδώνοντας την πόλη του Αργαούν και πολλά οχυρά της περιοχής. Η μόνη πόλη που παρέμενε υπό την εξουσία των Παυλικιανών ήταν η πρωτεύουσα Τεφρική.
Οι Παυλικιανοί, αν και διαλυμένοι από την ήττα του Χρυσόχειρα, άντεξαν άλλα πέντε χρόνια... Το 878, όμως, Βυζαντινές δυνάμεις υπό το δομέστικο των σχολών Χριστόφορο πολιόρκησαν την Τεφρική και την κατέστρεψαν.
Μεγάλο μέρος του πληθυσμού της υποδουλώθηκε και μεταφέρθηκε στα βυζαντινά εδάφη, ενώ ένα τμήμα του ενσωματώθηκε στο βυζαντινό στρατό και στάλθηκε στη Νότια Ιταλία. Αυτό ήταν και το τέλος του κράτους των Παυλικιανών, το οποίο για έξι δεκαετίες πολέμησε ισοδύναμα με το Βυζάντιο.
Απέμενε η Ευρωπαϊκή κοινότητα των Παυλικιανών, η οποία είχε ενισχυθεί μετά από νέες μετοικήσεις ομόθρησκών τους. Ο αυτοκράτορας Ιωάννης Τσιμισκής (969-976) μετέφερε Παυλικιανούς από τη Μικρά Ασία στην περιοχή της Φιλιππούπολης. Την ίδια εποχή εμφανίσθηκε στη Βουλγαρία η αίρεση του Βογομιλισμού. Ο Βογομιλισμός παρουσίαζε πολλές ομοιότητες με τον Παυλικιανισμό. Προφανώς οι Βογόμιλοι προήλθαν από τους Παυλικιανούς της Θράκης. Η νέα αίρεση επεκτάθηκε και σε άλλες περιοχές της Βαλκανικής, κυρίως στη Βοσνία. Μάλιστα, σύμφωνα με μία θεωρία, και η αίρεση των Καθαρών στη νότια Γαλλία διαμορφώθηκε από Βογόμιλους απεσταλμένους.

Οι διωγμοί κατά των "Καθαρών"
Πιθανότατα τα τραγούδια των τροβαδούρων της Νότιας Γαλλίας επηρεάστηκαν άμεσα από τους Μικρασιάτες βάρδους των Ακριτικών τραγουδιών, που περιγράφονται εντελώς παρόμοια ως αγύρτες Παφλαγόνες” από τον Αρέθα Καισαρείας. Βέβαια όλα αυτά παραμένουν υποθέσεις μια που τα αρχικά, προφορικά Ακριτικά τραγούδια δεν έχουν διασωθεί.



Η πορεία της αίρεσης μέσα στην Ευρώπη.
Πως -πιθανόν- τα Ακριτικά τραγούδια
μετατράπηκαν σε "Chanson de geste"
τα τραγούδια τωνΤροβαδούρων...
(Πηγή φωτογραφίας: εδώ)

Αναφορές όμως στον Παυλικιανισμό ανιχνεύονται στο γραπτό έπος του Διγενή Ακρίτα, στηρίζοντας τον παραπάνω ισχυρισμό. Συγκεκριμένα, ο ήρωας φέρεται να είναι συγγενής του Χρυσόχειρα από την πλευρά του πατέρα του. Στα Έπη ο Χρυσόχειρ αναφέρεται ως Μουσουλμάνος, μια που ήταν σύμμαχός τους, και είχε πιθανά ασπαστεί εικονικά το Ισλάμ. 
Στα Δημοτικά τραγούδια ο Διγενής αναφέρεται πως έχει Αραβική και Εβραϊκή καταγωγή, όπου το “Εβραίος” πρέπει να ερμηνευθεί ως “Αιρετικός” Σύμφωνα και με τον ποιητή Άγγελο Σικελιανό, ο Βασίλειος Διγενής Ακρίτας ήταν Παυλικιανός. Στα Έπη, ο Διγενής σκοτώνει κάποιον Σουδάλη, ο οποίος ήταν ιστορικό πρόσωπο και διώκτης των Παυλικιανών. Βέβαια ο λόγος που τον σκοτώνει είναι επειδή τον καταδιώκει για την αρπαγή της “καλής” του.
Η θέση της Τεφρικής
Περιγραφή του κράτους των Παυλικιανών

Το κράτος αυτό τοποθετείται γεωγραφικά στην ορεινή περιοχή δυτικά του Ευφράτη ποταμού, στα βορειοανατολικά της Καππαδοκίας, σε στρατηγική θέση ανάμεσα στο αραβικό κράτος της Μελιτηνής και τα βυζαντινά εδάφη νότια και νοτιοανατολικά του Πόντου. Τα σημαντικότερα αστικά κέντρα του ήταν το κάστρο της Τεφρικής, και οι πόλεις Αργαούν και Αμάρα (ή Άβαρα) Επιπλέον, αναφέρονται και άλλα φρούρια των Παυλικιανών (Κοπτός, Σπάθη, Κουτάκιον, Στέφανος, Ραχάτ). Οι περισσότεροι κάτοικοι είχαν εγκαταλείψει τα βυζαντινά εδάφη κατόπιν διωγμών, και ήταν ελληνόφωνοι Βυζαντινοί. Δεν μπορεί να αποκλειστεί και η ύπαρξη Αρμενίων ανάμεσα στον πληθυσμό, αφού το κράτος των Παυλικιανών βρισκόταν κοντά σε αρμενικές περιοχές και η θρησκευτική κοινότητα περιλάμβανε στους κόλπους της μεγάλο αριθμό Αρμενίων.
Η σημαντικότερη πηγή εσόδων του κράτους των Παυλικιανών ήταν τα λάφυρα από τις επιδρομές στα βυζαντινά εδάφη, καθώς και τα έσοδα από την πώληση των αιχμαλώτων ή την απολύτρωσή τους. Επίσης, τουλάχιστον κατά τα πρώτα έτη ύπαρξης του νέου κράτους, η οικονομική ενίσχυση από τον εμίρη της Μελιτηνής πρέπει να ήταν σημαντική. Πιθανή είναι και η ύπαρξη τεχνιτών και άλλων επαγγελματιών στις πόλεις των Παυλικιανών: ο Σέργιος-Τυχικός, εργαζόταν στο Αργαούν ως ξυλουργός.
Η κοινωνία των Παυλικιανών στρεφόταν γύρω από τη θρησκευτική κοινότητα («εκκλησία Κολοσσαέων») Αρχικά, η πολιτική εξουσία ταυτιζόταν με την πνευματική, καθώς και τις δύο ασκούσε ο Σέργιος-Τυχικός, έβδομος και τελευταίος «διδάσκαλος». Ως μαθητές και στενοί συνεργάτες του Σεργίου αναφέρονται ο Μιχαήλ, ο Κανακάρης και ο Ιωάννης Αόρατος, καθώς και ο Θεόδοτος, ο Βασίλειος και ο Ζώσιμος, ονομαζόμενοι «συνέκδημοι», καθώς είχαν ακολουθήσει τον Σέργιο στις ιεραποστολικές περιοδείες το 802 και 811. Αν και υπήρχε κάποιο σχίσμα, οι λεγόμενοι «Βανιώτες» ή «Βανίτες», οπαδοί του Βαάνη, έκτου «διδάσκαλου», η εξουσία του Σεργίου ήταν αδιαμφισβήτητη, γιατί έλεγχε τους “αστάτους”, την ένοπλη δύναμη της κοινότητας.
Μετά τη δολοφονία του Σεργίου, την εξουσία ανέλαβαν οι μαθητές του. Μόνον οι Μιχαήλ, Κανακάρης και Ιωάννης Αόρατος είχαν τον τίτλο του “ιερέα”, αλλά οι αποφάσεις λαμβάνονταν από κοινού. Οι «συνέκδημοι» διόρισαν έναν αριθμό κατωτέρων υπαλλήλων, τους «νοταρίους».
Το συμβούλιο των μαθητών παραχώρησε τη θέση του στον Καρβέα, ο οποίος διέθετε στρατιωτική εμπειρία και ανδρεία. Δεν γνωρίζουμε αν η εξουσία του ήταν απόλυτη ή αν έπρεπε να τη μοιραστεί με τους «συνεκδήμους». Η θέση του πρέπει να ήταν ισχυρή, καθώς ο διάδοχός του, Χρυσόχειρ, κληρονόμησε το χρίσμα, όντας εξ αίματος συγγενής και γαμπρός του προκατόχου του.
Άγνωστες παραμένουν οι σχέσεις του ηγέτη των Παυλικιανών με τους Βασίλειο και Ζώσιμο, τους μόνους από τους παλαιούς συντρόφους του Σεργίου που ζούσαν ακόμη το 863. Ίσως οι «ιερείς» να συνέχισαν να εκτελούν τα θρησκευτικά τους καθήκοντα και μετά το 844, όταν πλέον οι ηγέτες των Παυλικιανών ήσαν στρατιωτικοί αρχηγοί και όχι πνευματικοί καθοδηγητές.
Η μοναδική εκκλησιαστική (αν και όχι δογματική) διαμάχη στους κόλπους της εκκλησίας των Παυλικιανών στο Αργαούν συνέβη την εποχή του θανάτου του Σεργίου-Τυχικού (834/5), όταν ξέσπασε μεγάλης κλίμακας διωγμός εναντίον των οπαδών του Βαάνη από τους οπαδούς του Σεργίου. Η αιματοχυσία τελείωσε με την παρέμβαση του Θεοδότου, ενός από τους «συνεκδήμους», ο οποίος απέτρεψε τον περαιτέρω φόνο των Βανιωτών.
Ο οχυρωματικός περίβολος της Τεφρικής, περιγράφεται ως ισχυρότατος. Το κάστρο ισοπεδώθηκε. Τα ερείπια που σώζονται στην τοποθεσία προέρχονται από την μετέπειτα οχύρωσή της (τέλη 9ου – αρχές 10ου αιώνα), όταν η πόλη είχε γίνει έδρα Βυζαντινού διοικητή.