Τετάρτη 10 Σεπτεμβρίου 2014

Χασανίδες, οι Άραβες Ακρίτες


 
Με κάποια ιστορική υπερβολή, ο Ιουστινιανός
απεικονίζεται να προσφέρει την κορώνα του βασιλιά
στον Χασανίδη φύλαρχο Αρέθα (Αλ Χαρίθ)


Τα Νότια και τα Ανατολικά σύνορα της Βυζαντινής Μέσης Ανατολής καθορίζονταν σε μεγάλο βαθμό από το κλίμα και τις γεωγραφικές συνθήκες. Ο Βυζαντινός στρατός (και οποιοσδήποτε “πολιτισμένος” στρατός της εποχής, άλλωστε) δεν μπορούσε να ελέγξει την Έρημο.

Στα χρόνια της Μουσουλμανικής εξάπλωσης, τον 7ο αιώνα, η Αυτοκρατορία βάσιζε σημαντικό μέρος της άμυνας της στην περιοχή σε «υπόσπονδες», (foederati) όπως τις αποκαλούσαν, συμμαχικές Αραβικές φυλές. Χρησιμοποιούνται ακόμη οι όροι: «πκοοι»,  «ο καθ’ μς Σαρακηνοί»,  «π ωμαους», « καθ’ μς μβρος Σαρακηνς»... 

Το κράτος των Χασανιδών

Αυτή η πρακτική κράταγε από την Ρωμαϊκή εποχή. Οι Άραβες αυτοί προσελκύονταν από τους τίτλους, τις τιμές και το χρυσάφι (“ανόνα”) που τους παραχωρούσε ο Αυτοκράτορας. Συνήθως εκχριστιανίζονταν, αλλάζοντας σημαντικά τον τρόπο της ζωής τους, όχι μόνο ηθικά αλλά και πολιτικά, οργανωτικά και οικονομικά.  Αυτές οι Αραβικές φυλές πλούτιζαν και άκμαζαν, αν και οι Βυζαντινοί εξακολουθούσαν να τις θεωρούν “βαρβάρες”.

Η γνωστότερη από αυτές τις φυλές ήταν οι Χασανίδες. (συχνά αποκαλούνται και «Ιαφνίδες». Τον λόγο θα τον δούμε παρακάτω) Οι φύλαρχοί τους θεωρούταν μεγάλοι βασιλιάδες από τους άλλους  Άραβες. Στο Βυζάντιο είχαν βέβαια, τον ταπεινότερο τίτλο του “Στρατηγού παρεμβολών”. (Παρεμβολή = Στρατόπεδο, ένας ευφημισμός της Αραβικής κατασκήνωσης)  Το όνομα Χασάν σημαίνει “Δύναμη”. 

Οι φύλαρχοι αυτοί όμως, βάσιζαν την δύναμή τους στην υποστήριξη του Βυζαντίου. Χωρίς αυτήν, θα ήταν αδύνατο να κυβερνήσουν τις φυλές που τους είχαν υποταχθεί, και τις οποίες δελέαζαν με τον Αυτοκρατορικό χρυσό και το κύρος που τους έδινε ένας τέτοιος σύμμαχος. Γι αυτό και το Βυζάντιο πάντα θεωρούσε αυτές τις συμμαχίες προσωπικές, μια που ήταν το κύρος ενός φυλάρχου, και όχι κάποια φυλετική συνείδηση που κρατούσε τους Χασανίδες ενωμένους.
 

Οι Χασανίδες  είχαν μεταναστεύσει προς Βορρά τον 3ο αι μ.Χ. από την περιοχή της Νότιας Αραβίας, την σημερινή Υεμένη, το παλιό βασίλειο των Σαβαίων, καταγόμενοι από την φυλή Αλ Αζντ, που είχε διασκορπιστεί σε πολλά μέρη. Λένε πως αναγκάστηκαν να μεταναστεύσουν όταν κατέρρευσε το φράγμα του Μαρίμπ, από το οποίο αρδεύονταν μια μεγάλη περιοχή.  Ένα τμήμα της  φυλής εγκαταστάθηκε στα όρια της Συρίας. Αυτοί ονομάστηκαν Χασανίδες από μια πηγή δίπλα στην οποία κατασκήνωσαν. Ηγέτης τους ήταν ο Ιάφνα Ιμπν Αμίρ, ιδρυτής του κράτους των Χασανιδών και της βασιλικής δυναστείας των “Ιαφνιδών”.

Αυτοί οι “βάρβαροι” “στρατηγοί της κατασκήνωσης”, έφτασαν πολύ ψηλά. Λέγεται πως η πλουσιότατη Αραβική ποίηση καλλιεργήθηκε αρχικά στις αυλές τους. Τα παλάτια τους περιγράφονται ως πολυτελή κέντρα τέχνης και πολιτισμού. Ενθάρρυναν τους υπηκόους τους να εγκατασταθούν μόνιμα σε πόλεις, οδήγησαν τον λαό τους σε ευμάρεια, υποστήριξαν Ναούς και Μοναστήρια. Οι αφηγήσεις αυτές δεν έχουν επιβεβαιωθεί αρχαιολογικά, και πιθανά είναι υπερβολικές, αλλά σε καμιά περίπτωση αβάσιμες. Ας σημειωθεί πως σώζονται πολλές επιγραφές στα Ελληνικά που μνημονεύουν τέτοιους βασιλείς ή φυλάρχους. Οπωσδήποτε, ένα σημαντικό μέρος της οικονομίας τους παρέμενε νομαδικό.
 
Ο Αλ-Χαρίθ  (Αρέθας)
Ο Ιουστινιανός το 527 ή το 530 ήταν ο πρώτος Βυζαντινός Αυτοκράτορας που αναγνώρισε τον Χασανίδη φύλαρχο Αρέθα (Αλ Χαρίθ) ως βασιλιά. Αυτός ο ‘Αρέθας’ βρίσκεται στο κέντρο πολλών Αραβικών αφηγήσεων ως μυθικός βασιλιάς.  Οι Ιαφνίδες πλέον γίνονταν δεκτοί στην Κωνσταντινούπολη, αποκτούσαν επίσημους βυζαντινούς τίτλους («Πατρίκιος» κλπ)  και επενέβαιναν στα θρησκευτικά ζητήματα. Επίσης, άρχισαν να έχουν σημαντική επιρροή στον Αραβικό κόσμο, και να συγκεντρώνουν  πλούτο. Ποτέ όμως δεν τους ανατέθηκε διοίκηση κάποιας Βυζαντινής στρατιάς –από όσο γνωρίζουμε, πράγμα που δεν συνέβαινε με άλλους «βαρβάρους».

Το κράτος των Χασανιδών, που είχε τον πυρήνα του στο σημερινό Γκολάν, αναγνωρίστηκε από το Βυζάντιο και χρησίμευε σαν φράγμα στους επιδρομείς της Ερήμου. Την εποχή των Ισλαμικών επιδρομών οι Χασανίδες βρίσκονταν σε άσκημη κατάσταση, μια που δεν είχαν ακόμα συνέλθει από τον πρόσφατο πόλεμο του Βυζαντίου με την Περσία. Οι σημαντικότεροι Άραβες σύμμαχοι των Περσών ήταν οι Λακχιμίδες, που, είναι φυσικό, είχαν έχθρα με τους Χασανίδες.  Όπως προκύπτει από μαρτυρίες της εποχής, ούτε η Περσία, ούτε το Βυζάντιο μπορούσαν να ανεχθούν επ’ άπειρον τις δραστηριότητες των ανυπάκουων αυτών συμμάχων τους, που συχνά δρούσαν ανεξάρτητα και ληστρικά.

Ας σημειώσουμε πως η φυλή αυτή δεν ακολουθούσε δουλικά το Βυζαντινό κράτος. Συγκεκριμένα, οι Χασανίδες είχαν υιοθετήσει τον Μονοφυσιτισμό και απέρριπταν την Σύνοδο της Χαλκηδόνας. Πολλοί πιστεύουν πως αυτή η τακτική στόχευε στο να καθορίσει την ξέχωρη ταυτότητα των Χασανιδών, και την εμφάνισή τους ως ισότιμων συμμάχων και όχι υπόδουλων της Αυτοκρατορίας. Ας σημειωθεί πως ο Μονοφυσιτισμός, με την άρνηση της ανθρώπινης φύσης του Ιησού, ήταν αρκετά κοντά στην μονόπλευρη αντίληψη του Θείου από το Ισλάμ, και κατά κάποιο τρόπο, το ακύρωνε.

Ο Μωχάμετ, αρχικά, θεωρούσε τους Χριστιανούς Άραβες σαν σύμμαχους στην διάδοση της νέας του θρησκείας. Όταν όμως οι Χασανίδες εκτέλεσαν τους απεσταλμένους του Προφήτη που γύρευαν να τους προσηλυτίσουν, Μουσουλμάνοι και Χριστιανοί Άραβες συγκρούστηκαν στη μάχη του Μουτάχ το 629. Με την βοήθεια του Βυζαντινού στρατού, οι Μουσουλμάνοι ηττήθηκαν και οι περισσότεροι ηγέτες τους εξοντώθηκαν.

 Παρά διάφορα μεμονωμένα παραδείγματα εξισλαμισμού και αλλαγής στρατοπέδων, οι Χασανίδες δεν θα γίνονταν ποτέ Μουσουλμάνοι. Ακόμη, προειδοποίησαν τους Βυζαντινούς για τον Ισλαμικό κίνδυνο, αλλά κανείς δεν τους άκουσε. Πολέμησαν με όλες τους τις δυνάμεις εναντίον του Ισλάμ, και όταν η Μέση Ανατολή χάθηκε οριστικά, οι Χασανίδες εγκαταστάθηκαν στο Βυζάντιο, ειδικά στην Μικρά Ασία, και εξελληνίστηκαν, φτάνοντας στα ανώτερα αξιώματα.
 
Ο Νικηφόρος ο Α΄και ο γιος του Σταυράκιος
Ο Βυζαντινός Αυτοκράτορας Νικηφόρος ο Α΄, (802-811) ήταν απόγονος της δυναστείας των Ιαφνιδών, και χρησιμοποιούσε  μάλιστα τον τίτλο του με υπερηφάνεια.  Το κύρος και η δόξα της βασιλικής αυτής οικογένειας, φαίνεται από το γεγονός πως ακόμη και Μουσουλμανικές δυναστείες, οι Ρασουλίδες της Υεμένης και οι Μαμελούκοι Σουλτάνοι της Αιγύπτου,  διατείνονταν, όσο απίθανο και να είναι,  πως κατάγονταν από αυτούς.

Αν ακολουθήσαμε την πορεία επιφανών απογόνων τους στο Βυζάντιο, μπορούμε μόνο να υποθέσουμε, με αρκετή βεβαιότητα όμως, πως πολλοί από τους Χασανίδες επάνδρωσαν τις τάξεις των Ακριτών. Όσο και αν πολλοί θα προτιμούσαν να τους αφήσουν στην ανυπαρξία που τους καταδίκασαν οι περισσότεροι Έλληνες σύγχρονοι Ιστορικοί, η παρούσα στήλη θεωρεί καθήκον της να μνημονεύσει αυτούς τους  υπερήφανους Άραβες που δεν δέχτηκαν να προδώσουν την  (πραγματική) Πίστη των πατέρων τους.


Δευτέρα 1 Σεπτεμβρίου 2014

Βυζαντινά ευρήματα στην αρχαία Κόρινθο

Φωτογραφίες από τον αρχαιολογικό χώρο της αρχαίας Κορίνθου 
και το αρχαιολογικό Μουσείο της




Άγαλμα αξιωματούχου

Άγαλμα αρχόντισσας

Ταφική επιγραφή


Σπαθί και πόρπες


Μυθικά όντα (Αρπυιες)















Κένταυρος με ασπίδα και δόρυ μάχεται με φίδι


Ήρωας που κυνηγά και Άγγελος


Χτένα








"Ο νιός κι ο Χάρος" Βυζαντινό κεραμικό του 12ου αιώνα από την Κόρινθο

Βυζαντινό κεραμικό από την Κόρινθο, 11-12ος αιώνας.
Ένας νεαρός ιππέας με απλωμένα χέρια περιστοιχίζεται από δυο πουλιά και έναν λαγό, στο περιθώριο υπάρχουν σχηματοποιημένα φυτά, ενώ από τον ουρανό προβάλλει ένας άγγελος.

Ο νεαρός ήρωας φορά φολιδωτό θώρακα, και "μανικόψελλα" στους καρπούς.
Δεν ξέρουμε αν απεικονίζονται τα μαλλιά του ή αλυσσιδωτό κάλυμμα κεφαλής.
Το πουλί αριστερά του δεν είναι κυνηγετικό γεράκι, αλλά πέρδικα.

Ο άγγελος. Είναι πάνοπλος.
Φορά αλυσιδωτό χιτώνιο και μικρό θώρακα στο στήθος.
Κρατά κοντάρι στραμμένο προς τα κάτω, με σταυρό στο άλλο άκρο του.
Τα φτερά του είναι ιδιαίτερα μικρά.


Ο λαγός στα πόδια του αλόγου.


Ο νεαρός ήρωας.


Η προφανέστερη ερμηνεία είναι πως εδώ απεικονίζεται ένας νεαρός ήρωας που κυνηγά και συνομιλεί με έναν άγγελο, αποδεχόμενος την ευλογία του.

Η παρούσα σύνθεση όμως, συμπυκνώνει διάφορες σκηνές από τα ακριτικά έπη και τα δημοτικά τραγούδια:

Αρχικά μας θυμίζει το Άσμα του Αρμούρη, όπου ο νεαρός ήρωας εκστρατεύοντας για να απελευθερώσει τον πατέρα του, που είναι αιχμάλωτος των Σαρακηνών, δέχεται τις οδηγίες ενός αγγέλου για να περάσει τον ξεχειλισμένο Ευφράτη. Βέβαια, τα πουλιά και τα ζώα δεν έχουν θέση εδώ αν αποδεχτούμε αυτήν την εκδοχή.

Δεύτερη ερμηνεία είναι οι σκηνές κυνηγιού που αναφέρει το γραπτό έπος του Διγενή, όπου ο Ήρωας καυχιέται πως πιάνει πέρδικες με τα χέρια και είναι τόσο γοργοπόδαρος που μπορεί να τρέχει γύρω από ένα λαγό στην ανηφόρα. Εδώ, όμως, δεν αναφέρεται ούτε το άλογο, ούτε ο άγγελος. Να σημειωθεί πως το πουλί στο αριστερό χέρι του ακρίτα δεν μπορεί να είναι κυνηγετικό γεράκι, μια που δεν έχει το ιδιάζον καμπυλωτό ράμφος.

Τρίτη ερμηνεία είναι η σύγκρουση του Διγενή (ή άλλου ανώνυμου ήρωα που ταυτίζεται με αυτόν) με τον Χάρο, που εδώ απεικονίζεται σαν οπλισμένος άγγελος, διαφορετικός όμως από την “συνήθη” εμφάνιση των αγγέλων (κοντά μαλλιά ή κάλυμμα κεφαλής- μικρά φτερά). Πράγματι, σε πολλά ποιήματα η σύγκρουση με τον Χάρο γίνεται στην διάρκεια κυνηγιού. 
Παραθέτουμε το “ριζίτικο” τραγούδι που είναι το πλησιέστερο στο κεραμικό που εξετάζουμε.

Συμπερασματικά
αυτό το ταπεινό Βυζαντινό κεραμικό περικλείει τα αρχέτυπα της προγενέστερης αλλά και της μεταγενέστερης από αυτό ελληνικής δημοτικής ποίησης, καθώς και των γραπτών ακριτικών επών.

Αυτό, και πολλά άλλα ανάλογα, που βρέθηκαν κυρίως στην Αθήνα και την Κόρινθο, στους ίδιους χώρους που απλώνονταν οι αντίστοιχες αρχαίες πόλεις, επιβεβαιώνει πέρα από κάθε αμφιβολία την αρχαιότητα των σύγχρονων δημοτικών τραγουδιών.

Έρευνα, ανάλυση, φωτογράφιση: Δημήτρης Σκουρτέλης.




ΤΟΥ ΧΑΡΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΝΙΟΥ

Τρώτε και πίνετ', άρχοντες, κ' εγώ να σας δηγούμαι,
κ' εγώ να σάσε δηγηθώ για έναν αντρωμένο,
για ένα νιον, τον είδα γω 'ς τσοί κάμπους κ'εκυνήγα,
κυνήγα κ' ελαγώνευγεν ο νιος κι' αγριμολόγα.
'Σ το γλάκιο πιάνει ο νιος λαγό, 'ς τον πήδο πιάνει αγρίμι,
την πέρδικα την πλουμιστή οπίσω την αφήνει.

Μα ο Χάροντας επέρασε κ' ήτονε μανισμένος.
Έβγαλε, νιε, τα ρούχα σου και θέσε τάρματά σου,
δέσε τα χέρια σου σταυρό, να πάρω τη ψυχή σου.
-Δε βγάνω γω τα ρούχα μου, δε θέτω τάρματά μου,

μηδέ τα χέρια μου σταυρό, να πάρης τη ψυχή μου.
Μ' άντρας εσύ, άντρας κ' εγώ, κ' οι δυο καλ' αντρωμένοι,
κι' άιντε να πα απαλαίψωμε 'ς το σιδερόν αλώνι,
να μη ραΐσουν τα βουνά και να χαλάση η χώρα."

Και πάνε κι' απαλεύγανε 'ς το σιδερόν αλώνι.
Κ' εννιά φοραίς τον έβαλεν ο νιος το Χάρο κάτω.
Μ' απάνω εις τς εννιά φοραίς του Χάρο βαροφάνη.
Πιάνει το νιο 'που τα μαλλιά, χάμαις τον γονατίζει.
Άφις με, Χάρο, τα μαλλιά και πιάσ' μ' απού τη μέση,
και τοτεσάς σου δείχνω γω πώς ειν' τα παλληκάρια.
-Αποκειδά τα πιάνω γω ούλα τα παλληκάρια,
πιάνω κοπέλλαις όμορφαις, κι' άντρες πολεμιστάδες,
και πιάνω και μωρά παιδιά μαζί με τσοι μαννάδες."


Βυζαντινό σπαθί από την Κόρινθο.