Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Κωνσταντίνος Παλαιολόγος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Κωνσταντίνος Παλαιολόγος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 29 Μαΐου 2018

Οδ. Ελύτης: Θάνατος και Ανάστασις του Κωνσταντίνου Παλαιολόγου




Από την ποιητική συλλογή του Οδυσσέα Ελύτη

« Τα ετεροθαλή »

Ι

Έτσι καθώς εστέκονταν ορθός μπροστά στην Πύλη κι άπαρτος μέσ’ στη λύπη του

Μακριά του κόσμου που η ψυχή του γύρευε να λογαριάσει στο φάρδος Παραδείσου

Και σκληρός πιο κι απ’ την πέτρα που δεν τον είχανε κοιτάξει τρυφερά ποτέ – κάποτε τα στραβά δόντια του άσπριζαν παράξενα

Κι όπως περνούσε με το βλέμμα του λίγο πιο πάνω απ’ τους ανθρώπους κι έβγανε απ’ όλους

Έναν που του χαμογελούσε τον Αληθινόν που ο χάρος δεν τον έπιανε

Πρόσεχε να προφέρει καθαρά τη λέξη θ ά λ α σ σ α έτσι που να γυαλίσουν μέσα της όλα τα δελφίνια

Κι η ερημιά πολλή που να χωρά ο Θεός κι η κάθε μια σταγόνα σταθερή στον ήλιο ν’ ανεβαίνει

Νέος ακόμα είχε δει στους ώμους των μεγάλων τα χρυσά να λάμπουν και να φεύγουν

Και μια νύχτα θυμάται σ’ ώρα μεγάλης τρικυμίας βόγκηξε ο λαιμός του πόντου τόσο που θολώθη μα δεν έστερξε να του σταθεί

Βαρύς ο κόσμος να τον ζήσεις όμως για λίγη περηφάνια το άξιζε

ΙΙ

Θε μου και τώρα τι Που ‘ χε με χίλιους να παλέψει

χώρια με τη μοναξιά του ποιος αυτός πού ’ξερε μ’ ένα λόγο του να δώσει ολάκερης της γης να ξεδιψάσει τι

Που όλα του τά ‘χαν πάρει Και τα πέδιλά του τα σταυροδετά και το τρικράνι του το μυτερό και το τειχιό που καβαλούσε κάθε απομεσήμερο να κρατάει τα γκέμια ενάντια στον καιρό σα ζόρικο και πηδηχτό βαρκάκι

Και μια φούχτα λουίζα που την είχε τρίψει στα μάγουλα ενός κοριτσιού μεσάνυχτα να το φιλήσει ( πώς κουρναλίζαν τα νερά του φεγγαριού στα πέτρινα τα σκαλοπάτια τρεις γκρεμούς πάνω απ’ τη θάλασσα…)

Μεσημέρι από νύχτα Και μήτ’ ένας πλάι του Μονάχα οι λέξεις του οι πιστές πού’ σμιγαν όλα τους τα χρώματα ν’ αφήσουν μέσ’ στο χέρι του μια λόγχη από άσπρο φως

Και αντίκρυ σ’ όλο των τειχών το μάκρος μυρμηκιά οι χυμένες μέσ’ στον γύψο κεφαλές όσο έπαιρνε το μάτι του

«Μεσημέρι από νύχτα – όλ’ η ζωή μια λάμψη ! » φώναξε κι όρμησε μέσ’ στο σωρό σύρνοντας πίσω του χρυσή γραμμή ατελεύτητη

Κι αμέσως ένιωσε ξεκινημένη από μακριά η στερνή χλομάδα να τον κυριεύει

ΙΙΙ

Τώρα καθώς του ήλιου η φτερωτή ολοένα γυρνούσε και πιο γρήγορα οι αυλές βουτούσαν μέσα στον χειμώνα κι έβγαιναν πάλι κατακόκκινες απ’ τα γεράνια

Κι οι μικροί δροσεροί τρούλοι όμοια μέδουσες γαλάζιες έφταναν κάθε φορά και πιο ψηλά στ’ ασήμια που τα ψιλοδούλευε ο αγέρας γι’ άλλων καιρών πιο μακρινών το εικόνισμα

Κόρες παρθένες φέγγοντας η αγκαλιά τους ένα θερινό ξημέρωμα φρέσκα βαγιόφυλλα και της μυρσίνης της ξεριζωμένης των βυθών σταλάζοντας ιώδιο , τα κλωνάρια

Του’ φερναν Ενώ κάτω απ’ τα πόδια του άκουγε στη μεγάλη καταβόθρα να καταποντίζονται πλώρες μαύρων καραβιών τ’ αρχαία και καπνισμένα πλοία όθε με στυλωμένο μάτι ορθές ακόμη Θεομήτορες επιτιμούσανε

Αναποδογυρισμένα στις χωματερές αλόγατα σωρός τα χτίσματα μικρά μεγάλα θρουβαλιασμός και σκόνης άναμμα μεσ’ στον αέρα

Πάντοτε με μια λέξη μεσ’ στα δόντια του άσπαστη κειτάμενος

Αυτός

ο τελευταίος Έλληνας !

1969.-


I

Πέμπτη 29 Μαΐου 2014

Η Άλωση τη Κωνσταντινούπολης και η Ένωση των Εκκλησιών -μια αφήγηση



“...Και ο ίδιος ο βασιλιάς των Ελλήνων με την σωματοφυλακή του δεν ήταν μακριά, και πολεμούσε. Και ο Καρδινάλιος Ισίδωρος ο επίσκοπος της Ρωσίας” ... “ήταν εκεί και ζόριζε τους Έλληνες να πολεμήσουν.

Είχε έρθει” [στην Κωνσταντινούπολη] “για να κάνει Σύνοδο και να συμφιλιώσει τους Έλληνες με τον αρχιερέα των Ρωμαίων. Αυτό το είχε κάνει λίγο νωρίτερα, και από τότε οι Έλληνες είχαν καταλήξει σε συμβιβασμό με τους Ρωμαίους.” [ με άλλα λόγια είχε ανακηρυχθεί η Ένωσις των Εκκλησιών]

“Ο δε βασιλιάς” [ο Σουλτάνος Μωάμεθ] “με την γνώμη πως ήρθε η ώρα να επιτεθεί με την ανατολή, -ήταν ημέρα του Άρη- χτύπησε τα τύμπανα και έπαιξαν και οι σαλπιγκτές και οι γκαϊτατζήδες και χτύπησε ξημερώματα, και οι βάρβαροι έδωσαν μάχη [σε όλο το μήκος των τειχών] της Πόλης και πολεμούσαν και χτυπούσαν δυνατά.

Στο τείχος του λιμανιού οι Έλληνες αμύνονταν ισχυρότατα και απώθησαν τους Τούρκους και κόβανε τα κεφάλια όσων ανέβαιναν με τις πολιορκητικές σκάλες, και ισχυροποιούσαν και τα τείχη.

Τότε και ο ίδιος ο Σουλτάνος” [με το απόσπασμά του] “επιτέθηκε, και οι Γενίτσαροι πίεζαν τους ιππότες του Ιουστινιάνη, και ο ίδιος ο [Ιουστινιάνης] “Λόγγος χτυπήθηκε από ντουφεκιά στο χέρι, και μερικοί άλλοι ιππότες χτυπήθηκαν, και εγκατέλειψαν τις θέσεις όπου είχαν ταχθεί, και την ίδια ώρα έπεσαν πάνω τους οι επιτιθέμενοι και ανέτρεψαν τους ιππότες του Ιουστινιάνη και καταδιώκοντας στενά, τους σκότωναν. Ο Λόγγος έφευγε, και τον ακολουθούσαν οι ιππότες του κυνηγημένοι από τους Γενίτσαρους.

Μόλις κατάλαβε ο βασιλιάς των Ελλήνων πως υποχωρούσαν και εγκατέλειπαν τη θέση τους έτρεξε αμέσως εκεί και ρώτησε τον Λόγγο που πάει. Κι αυτός του είπε πως φαίνεται πως ο Θεός καθοδηγεί τους Τούρκους, κι ο βασιλιάς στράφηκε στον Καντακουζηνό και τους λίγους άλλους που ήταν γυρω του είπε: “Εμπρός άντρες, πάνω σε τούτους τους βαρβάρους!”

Και αυτός ο Καντακουζηνός, ένας άξιος άντρας, σκοτώθηκε. Νικήθηκε και αυτός και καταδιώκοντας χτύπησαν και τον βασιλιά Κωνσταντίνο στον ώμο και πέθανε.

Οι δε υπόλοιποι Έλληνες, βλέποντας τους Γενίτσαρους να τρέχουν πάνω στο Μεγάλο Τείχος και να τους ρίχνουν από εκεί βέλη και πέτρες,” [η μάχη δίνονταν ανάμεσα στο Μεσαίο και το Μεγάλο Τείχος ενώ οι Τούρκοι είχαν ήδη ανέβει στο Μεγάλο Τείχος και έριχναν στους Έλληνες από πίσω] “και την ίδια ώρα να φεύγει και το απόσπασμα του Λόγγου, καταδιωκόμενο από τους Γενίτσαρους, τράπηκαν σε φυγή, και ο καθένας τους έκανε πια ότι νόμιζε καλύτερο για να σωθεί.

Και μόλις έφτασαν στην Πύλη που την λένε “του Ρωμανού” έπεσαν ο ένας πάνω στον άλλον εκεί μπροστά και έτσι, όπως βιάζονταν να επιστρέψουν” [μέσα στην Πόλη] “περνώντας από εκεί σωρεύθηκαν σε μια ζωντανή μάζα μπρος στην Πύλη, ώστε να μην μπορει πια να περάσει κανένας. Έτσι έγινε μ' αυτούς” [χαρακτηριστική η έλλειψη ηγεσίας εδώ] “σκοτώθηκαν χωρίς λόγο, από την βιασύνη τους, σπρωγμένοι ο ένας από τον άλλον, και οι πύλες έκλεισαν από τα κορμιά των Ελλήνων.

Αλλά οι Γενίτσαροι, ήταν ήδη πάνω στο τείχος -άλλωστε το μεγαλύτερο μέρος του είχε πέσει από το κανόνι- και χύθηκαν μέσα στην Πόλη και την λεηλατούσαν, παίρνοντας ο καθένας τον δρόμο που ήθελε.”

Λαόνικος Χαλκοκονδύλης

Μεταφορά στην Νεοελληνική: Δημήτρης Σκουρτέλης

Σχόλιο:
Ο Χαλκοκονδύλης λέει καθαρά αυτό που οι Αρχαιολάτρες επικριτές του Βυζαντίου, οι Παπικοί και οι Ορθόδοξοι αρνούνται πεισματικά, ο καθένας για τους δικούς του λόγους “τιμής”: Η Ένωση των Εκκλησιών είχε ήδη πραγματοποιηθεί.
Η κατηγορία πως το Βυζάντιο χάθηκε γιατί δεν θέλησε να ενωθεί με τον Πάπα λόγω στενοκεφαλιάς είναι, συνεπώς, εντελώς ψευδής και συκοφαντική.
Η Ένωση είχε περάσει και στη λαϊκή μούσα, και ειδικά στα περισσότερα δημοτικά τραγούδια της Άλωσης, όπου δίνεται "λόγος στην Φραγκιά" και η Άγια Τράπεζα της Αγιά Σοφιάς μεταφέρεται επίσης στην Φραγκιά, κλπ.