Δευτέρα 21 Απριλίου 2014

Η αρπαγή της γυναικός του ακρίτα

Ένα Ακριτικό τραγούδι στην ποντιακή διάλεκτο.

Έργο Δημήτρη Σκουρτέλη


Ακρίτας όντες έλαμνεν ’ς σην παραποταμέαν,
Επέγ’νεν κι’ έρ’τον κι’ έλαμνεν την ώραν πέντ’ αυλάκâ,
επέγνεν κι’ έρ’τον κι έσπερνεν εννέα κότâ σπόρον.
Έρθεν πουλίν κι’ εκόνεψεν ’ς ση ζυγονί την άκραν,
σκούται και καλοκάθεται ’ς ση ζυγονί την μέσεν.
-Οπίσ’, πουλίν, οπίσ’, πουλίν, μη τρως την βουκεντρέαν.
Και το πουλίν κελάηδεσεν σαν άνθρωπι’ λαλίαν.
-Ακρίτα μου, ντο κάθεσαι, ντο στέκεις και περμένεις;
το ένοικο σ’ εχάλασαν και την κάλη σ’ επαίραν,
τ’ όλον καλλίον τ’ άλογο σ’ στρών’νε και καβαλκεύν’νε
και τ’ άλλα τα καθέτερα στέκ’νε και χλιμιτίζ’νε.
Ακρίτας παραθύμωσεν, Ακρίτας εθερέθεν.
Κάρφωσεν το βουκέντριν ατ’ και έστεσεν τα βούδια ’τ’.
Όλâ τα όρνâ φοβερίζ’, τ’ όρνâ και τα ρα≤ία,
τους κλέφτες εφοβέριζεν, να μη κλέφ’νε το γίνιν
και τα πουλιά εφοβέριζεν, να μη τρώγ’νε το σπόρον.
Αφήν’ και πάει Ακρίτας ιμ’, ο κρίαρον Ακρίτας,
ευρίκ’ τα πόρτας ανοιχτά, τα παραθύρâ ακλείδâ,
πάει κι ευρήκ’ τους μαύρους ατ’, στέκ’νε και χλιμιτίζ’νε.
-Τσ’ αστράφτει ’ςσην Ανατολήν, να ’βρίεται ’ς σην Δύσιν;
’ς σον Θον έσουν, ναι μαύροι μου, τσ’ εφτάν’ και κοντοφτάνει;
Κανείς, κανείς œ ελάλεσεν, κανείς œ επελογέθεν
και το γιαγούζιν τ’ άλογον λαλεί κι’ απολογάται.
-Ασά κρυφοταΐσματα σ’ εφτάνω, κοντοφτάνω.
Απάν’ σ’ ατό ελάγγε_εν, εχπάστεν κι έ≤’ και πάει.
Βουτσοκοπά τον μαύρον ατ’, να φτάν’ και κοντοφτάνει.
Ακρίτας ιμ’ πριν να προφτάν’, η κόρ’ έρθεν κι εδέβεν.
Ουτζόπουλα επέντεσεν απάν’ ’ς σό σταυροδρόμ’ιν.
-Σον Θον έσουν, ουτζόπουλα, πουθέν χαράν εδέβεν;
-Κάθαν ώραν χαράν δâβαίν’, κάθαν ημέραν γάμος,
άμον τ’ ατώρνον τη χαράν, άλλο χαράν œ εδέβεν,
κάθαν τ®ατ®ίν μαλλίν κρατεί, κάθαν λιθάριν αίμαν.
Βουτσοκοπά τον μαύρον ατ’, να φτάν’ και κοντοφτάνει.
Ακρίτας ιμ’ œ επρόφτασεν, η κόρ’ έρθεν κι εδέβεν.
Επήγεν κι εταγιάνεψεν ’ς ση Δέβας το γεφύριν.
Εκεί κάθουνταν Έλλενοι, ατόναν φοβερίζνε.
-Δεβάστε με, ναι Έλλενοι, τη Δέβαν ας δâβαίνω,
ο μαύρον εν’ νέον πουλάρ’, χωρίς ταΐν œ μένει,
η κάλη μ’ νέον κόρασον, χωρίς εμέν œ στέκει.
(Τον θάνατόν ατ œ νουνίζ’, την κάλην ατ’ θυμάται).
Αν κρούω και σκοτώνω σας, θα λέγ’ν εμέμ φονέαν
Κι’ αν œ σκοτώνω σας εγώ, θα λέγ’νε, εφοβέθεν,
καλλίον œ σκοτώνω σας κι’ ας λέγ’νε εφοβέθεν.
Κλώ®κεται συρ’ τον μαύρον ατ’ και ’ς σο βαθύν λιμνίτ®ιν,
βουτσοκοπά τον μαύρον ατ’, να φτάν’ και κοντοφτάνει.
Επήγεν κι εταγιάνεψεν και ’ς σου Καστρί’ την πόρταν,
ο μαύρον εχλιμίτιξεν κι’ ο Κάστρον όλ’ εσείεν.
Η κόρ’ επαραγνώριξεν, είπεν: Έρθεν Ακρίτας.
-Ανοίξετέ με, ναι πορτάρ’, ανοίξτε κι’ ας εμπαίνω,
ο μαύρον νέον πουλάριν εν’, χωρίς ταΐν œ μένει,
η κόρ’ νέον κόρασον εν’, χωρίς εμέν œ στέκει.
Ένοιξαν άτον οι πορτάρ’, εμπαίν’ απέσ’ Ακρίτας.
Άλλοι σκαμνία δίγ’ ν άτον, άλλοι καυκίν απλών’νε
Και σο σκαμνίν ατ’ κάθεται και το καυκίν επαίρεν.
-Για σους, για σους Ακρίτα μου και μη πολυλογίζεις,
αδά μεγάλον στράτεμαν, εσέναν κυνηγάει.
Έσυρεν το σπαθίτ®ιν ατ’ ασ’ σο χρυσόν θεκάριν,
≤ίλιους μπροστά τ’ εσκότωσεν και μύριους από πίσω,
άλλα τρακόσιους Βάραγγους ’ς ση Δέβας το γεφύρι.
Επαίρεν την κόρ’ κι έφυεν εννέα πουρνοβράδια,
έβγαλεν ασόν κόλφον ατ’ απ’ όλα τα γεννέας.
-Για φα, κόρη, για φα, κόρη, κιοζέτεψον τα στράτας.
Ακρίτας επεκούμπιßεν, έναν ύπνον επαίρεν.
Η κόρ’ τερεί το πέραν κιαν, φουσάτον κατηβαίνει,
εντρέπεται να λέει ατον, φουσάτον κατηβαίνει.
Τα δάκρâ τ’ ς εκατήβαιναν σ’ Ακρίτα την καρδίαν.
Εγνέφιξεν κι’ Ακρίτας μου ασ’ σο γλυκήν τον ύπνον.
-Κόρη, εκείν’ που έρχουνταν, κανέναν œ εγνωρίζεις;
-Μπροστά που έρτ’ ο καβαλάρ ’τς, ομäζ’ να εν’ ο κύρη μ’
κι εκείν’ οι μαύροι αλογάν ατ’, ομäζ’ν να είν’ τα’ αδέλφâ μ’
κι’ εκείνε η γερανόφορος, ομäζ’ να εν’ η μάννα μ’.
Λεξιλόγιο
έλαμνεν = όργωνε,
κότια, ενικ. κότ’ = μέτρο βάρους (16 οκάδες),
ζυγονί = ζυγού (ενικ. ζυγόν’),
βουκεντρέαν = βουκεντριά (βουκέντρ’ = ράβδος με κέντρον),
καθέτερα = κατώτερα, λιγότερο άξια,
γίνιν = ινί (το μυτερόν σημείο στο αλέτρι),
ακλείδια = ακλείδωτα, ανοιγμένα,
γιαγούζιν = αυτό που έχει μαύρο στιλπνό χρώμα (νεαρό),
ελάγγεψεν = πήδησε,
ουτζόπουλα = πουλιά πετούμενα,
ατώρνον = τωρινό, σημερινό,
τσατσίν = λεπτό και ξερό κλαδί θάμνου, φρύγανον,
εταγιάνεψεν = έφτασε, κατέφτασε,
Δέβας = της Διάβασης (ονομαστή θέση γεφυριού),
ταίν = τροφή ζώου,
καυκίν = ποτήρι κεράσματος,
βάραγγους = ξένους μισθοφόρους, (φρουροί στα ανάκτορα ή σύνορα),
γεννέας =είδη, ποικιλίες,
κιοζέτεψον = κοίταξε, έλεγξε, φύλαγε,
εγνέφιξεν = ξύπνησε,
γερανόφορος = ντυμένη στα γαλάζια.


Σχόλια Δημήτρη Σκουρτέλη
Τυπική η αναφορά στον όρο "Ελληνας", που εδώ σημαίνει "Γίγαντας", μια που οι μεσαιωνικοί άνθρωποι πίστευαν πως έτσι ήταν οι αρχαίοι Έλληνες.

Οι Βάραγγοι ήταν μισθοφόροι σωματοφύλακες του Αυτοκράτορα. Εδώ έχουμε υπαινιγμό για κάποια εξέγερση των Ακριτών των συνόρων κατά της Αυτοκρατορίας.

Το τέλος του ποιήματος δεν ανήκει στη υπόθεση, Προέρχεται από το τραγούδι όπου ο Διγενής κλέβει την γυναίκα του και τον καταδιώκει η οικογένειά της.


Το "κρυφοτάισμα" που αναφέρεται, εξηγείται σε άλλα τραγούδια. Ο Ακρίτας δεν περιποιόταν πια το γέρικο άλογο, αλλά το έκανε κρυφά η γυναίκα του, και γι αυτό τώρα το άλογο είναι πρόθυμο να την σώσει.

Προπαγάνδα...

Περσική προπαγάνδα...
Ο Πέρση Σασσανίδης βασιλεύς Σαπώρ αντιμετωπίζει με γυμνά χέρια -δήθεν- τον Αυτοκράτορα Βαλεριανό. Λέγεται πως οι Περσικοί πόλεμοι, που τελείωσαν τον έβδομο αιώνα, ήταν η αρχική έμπνευση των Ακριτικών τραγουδιών. Πράγματι, στο έπος του Διγενή αναφέρονται αναχρονιστικά "Πέρσικα φοσσάτα¨, καθώς και το σπαθί του Πέρση βασιλιά Χοσρόη που αποτελούσε μέρος της προίκας που πήρε ο Ακρίτας.

Το οικονομικό πλαίσιο του Ακριτικού στρατού

Πηγή εικόνας: http://sword-site.tumblr.com/post/70772194874/the-largest-assemblage-of-images-of-byzantine

Πολύτιμο το παρακάτω απόσπασμα της "Βασιλείου Τάξεως" που περιγράφει την αποδοχή Σαρακηνών "γαμπρών", όπως ήταν ο πατέρας του Διγενή, και τον τρόπο χρηματοδότησης του θεματικού στρατού. Αναφέρει επίσης πως οι στρατιώτες που έπαιρναν γη για να συντηρούνται,  γίνονταν Απελάτες όταν πτώχευαν.
Όλα αυτά αναφέρονται υπερβατικά στα Ακριτικά Έπη, αλλά εδώ έχουμε την ιστορική και την νομοθετική τους βάση, από την οποία δεν ξεφεύγουν καθόλου στην υπόθεσή τους. Μάλιστα, το παρακάτω απόσπασμα εξηγεί πολλά για τα Ακριτικά Έπη που αλλιώς θα μας ήταν ακατανόητα.
Γιατί η Μεγάλη Ποίηση μπορεί συνδυάζει την υπερβατικότητα με την πεζή πραγματικότητα.

ΠΕΡΙ ΤΩΝ ΑΙΧΜΑΛΩΤΩΝ ΣΑΡΑΚΗΝΩΝ ΠΟΥ ΒΑΠΤΙΖΟΝΤΑΙ ΣΤΟ "ΘΕΜΑ".
(ότι βρίσκεται σε αγκύλες [ ] είναι δικό μου σχόλιο)

Πρέπει να γίνει γνωστό πως αυτοί πρέπει να παίρνουν από τον Πρωτονοτάριο του Θέματος, κάθε ένας τρία νομίσματα, και για το ζευγάρι [βόδια που πρέπει να αγοράσουν για να καλλιεργήσουν] από έξη νομίσματα, και για τον σπόρο και την ετήσια εισφορά σε είδος ['ανόνα' - 'συνονή'] 54 μόδια. [μέτρον όγκου που αντιστοιχεί σε 8,7 λίτρα]

Να γίνει επίσης γνωστό πως όσον αφορά τις οικογένειες ['Οίκους'] που παίρνουν γαμπρό Σαρακηνό, είτε είναι οικογένεια στρατιωτική είτε πολιτική, όπου και να μπαίνει γαμπρός Σαρακηνός, πρέπει ο Οίκος να εξαιρείται για τρία χρόνια από την συνονή και τον καπνικό φόρο [φόρος για κάθε καμινάδα] και μετά τα τρία χρόνια αυτός ο οίκος οφείλει να πληρώνει και την συνονή και τον καπνικό.

Να γίνει επίσης γνωστό πως οι αιχμάλωτοι ή όποιοι άλλοι που παίρνουν [κρατική] γη για να εγκατασταθούν, μένουν για τρία χρόνια απαλλαγμένοι από κάθε φόρο δημόσιο, και δεν δίνουν ούτε καπνικό ούτε συνονή. Και αφού συμπληρωθούν τρία χρόνια δίνουν και καπνικό και συνονή.

Να είναι επίσης γνωστό πως κάθε στρατιώτης του ιππικού δικαιούται να έχει ακίνητη περιουσία, δηλαδή χωράφια [τοπία] αξίας πέντε λιτρών ή το λιγότερο τεσσάρων. [για να συντηρείται καλλιεργώντας την]

Να γίνει επίσης γνωστό πως από παλιά επικρατούσε συνήθεια να μην δίνονται στους στρατιώτες νεοσύλλεκτοι που να υπάγονται σε αυτούς [ως υποτακτικοί τους] αλλά ο κάθε στρατιώτης να υπηρετεί ατομικά.
Όταν όμως τύχει και πτωχεύσουν να τους δίνονται τέτοιοι υποτακτικοί για να έχουν την δυνατότητα να εργαστούν και να χρηματοδοτήσουν τον οπλισμό τους. [δεν είναι ξεκάθαρο αν οι νεοσύλλεκτοι του δίνουν μέρος από την παραγωγή του δικού τους κτήματος ή αν υποχρεώνονται να εργαστούν στο κτήμα του, πράγμα κάπως παράλογο μια που δεν θα μπορούσαν να τραφούν όλοι από αυτό, ή ακόμη αν απλά ο παλιός στρατιώτης τους διοικεί και έτσι παίρνει επιπλέον μισθό]

Αν δε πτωχεύσουν εντελώς, ώστε, ακόμα και με τους υποτακτικούς να βοηθάνε, να μην μπορούν να εξοπλιστούν ατομικά, τότε αποστρατεύονται και κατατάσσονται στους Απελάτες, και από αυτούς επιλέγονται και οι Τζέκωνες για να υπηρετούν στα κάστρα.

Τα χωράφια αυτών των στρατιωτών πρέπει να μένουν απούλητα, στην αποκλειστική ιδιοκτησία του Δημοσίου, ώστε αν τύχει και κάποιος από τους αποστρατευμένους ανακάμψει οικονομικά, να παίρνει πίσω το χωράφι του και να αποκαθίσταται στη θέση του στο στρατό.

Μετάφραση
Δημήτρης Σκουρτέλης

Σάββατο 19 Απριλίου 2014

"ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΟΙ ΑΝΘΡΩΠΟΙ"; ΙΔΟΥ:

Οι γονείς και η οικογένεια του Διγενή.
Έργο Δημήτρη Σκουρτέλη.

«…μετά 6οο περίπου έτη, ήτοι, 
περί τα τέλη του 18ου αιώνος, τα Ακριτικά κείμενα είχον τοσούτον παραμεληθεί, ώστε κατάντησαν άγνωστα και εις τους λογίους ακόμη. 
Αυτός δε ο Κοραής, ο πρώτος εκδότης των Πτωχοπροδρομικών ποιημάτων, εις τα ερμηνευτικά του σχόλια, προκειμένου περί του Ακρίτου, ομολογεί άγνοιαν ως προς την ετυμολογίαν της λέξεως 
/…/ 
Αλλ’ ενώ οι λόγιοι είχον εντελώς σχεδόν λησμονήσει τα κείμενα του Έπους, 
ο λαός εις τα διάφορα μέρη της Ελλάδος 
και πανταχού όπου ωμιλείτο η Ελληνική γλώσσα, 
δεν έπαυσε να ψάλλη άσματα αναφερόμενα εις τους ακριτικούς ήρωας και εις τον θρύλον του Διγενή.»

ΠΕΤΡΟΣ ΚΑΛΟΝΑΡΟΣ 


Βάρδα μην σας ξεφύγει κανένα κιονόκρανο, και μην ξεχάσετε καμιά αράδα του Μοντεσκιέ και του Ρουσώ, λεβέντες, και χαθούν οι βάσεις του Δυτικού Πολιτισμού...

Κυριακή 13 Απριλίου 2014

Το κάστρο στην στρατηγική του Βυζαντίου


Τα στρατιωτικά εγχειρίδια του Βυζαντίου γενικά δεν υποστηρίζουν την αντιμετώπιση κάποιου εισβολέα στα σύνορα, σε ανοιχτή μάχη. Προτιμούσαν να αφήνουν τον εχθρό να προχωρήσει βαθιά στο έδαφος της Αυτοκρατορίας και εκεί να υφίσταται πόλεμο φθοράς.
 Αυτό προϋπέθετε καλή οργάνωση, πίστη του πληθυσμού στις αμυντικές ικανότητες της Αυτοκρατορίας, και πολύ καλή στρατηγική.
Οι παλιότεροι ιστορικοί θεωρούσαν τους Βυζαντινούς δειλούς, αλλά η σημερινή ιστορική και στρατηγική επιστήμη αναγνωρίζει την σοφία και την αποτελεσματικότητα αυτής της τακτικής.
Η οικονομία πόρων, δυνάμεων, ζωών και μέσων που επιτυγχάνονταν έτσι, ήταν ανυπολόγιστη. Το Βυζάντιο διέθετε έναν εξαιρετικά ολιγάριθμο στρατό, ο μισός δε ήταν τύπου πολιτοφυλακής, χωρίς κάν να είναι συνεχώς επιστρατευμένος («Θεματικός») και όμως κατόρθωνε για αιώνες όχι μόνο να αμύνεται, αλλά και να επιτίθεται με επιτυχία.

Καισάρεια

Φυσικά, ορισμένοι αυτοαποκαλούμενοι Έλληνες καμώνονται πως δεν τα έχουν καταλάβει αυτά, και εξακολουθούν να ισχυρίζονται πως το Βυζάντιο άφηνε τον Ελληνικό πληθυσμό ανυπεράσπιστο, παρουσιάζοντας τις διεισδύσεις των επιδρομέων στα Ελληνικά εδάφη σαν ολιγωρία της Αυτοκρατορίας. Δεν μας εξηγούν όμως γιατί κάθε Ελληνική γωνιά έχει και ένα κάστρο…

Χιλανδάρι, Άθως

Tο κάστρο ήταν βασικό συστατικό αυτής της στρατηγικής. Σε περίπτωση εισβολής στέγαζε τον ντόπιο πληθυσμό (Ο οποίος σε άλλες περιπτώσεις μπορούσε να αποσυρθεί σε προκαθορισμένα μέρη με φυσική οχύρωση, τις λεγόμενες αποκλείστρες) Ειδική μορφή κάστρων ήταν τα υπόγεια, στην Καππαδοκία, με μυστικές εισόδους και εξόδους . Άλλη ειδική περίπτωση είναι τα μοναστήρια, που ήταν συνήθως οχυρωμένα, λειτουργούσαν σαν κέντρα συγκέντρωσης του πληθυσμού, και αντίθετα με τα κοινώς λεγόμενα από τους ίδιους «Έλληνες» που αναφέραμε, οι μοναχοί είχαν καθήκον να τα υπερασπίζονται ένοπλα.

Μυστράς

Με σωστό σχεδιασμό, εξοπλισμό και εφοδιασμό, λίγοι άντρες μπορούσαν από ένα κάστρο να αντισταθούν σε μεγάλο αριθμό πολιορκητών και να τους προξενήσουν πολύ μεγαλύτερες απώλειες από ότι σε μια ανοιχτή μάχη. Η έφοδος στα τείχη ενός κάστρου, ήταν η τελευταία λύση για τον πολιορκητή, εκτός αν έκρινε πως η άμυνα είχε αδυνατίσει για διάφορους λόγους. Από πείνα, ή από χρήση τεχνικών έργων (λαγούμια, αναχώματα) και μηχανημάτων. (πολιορκητικές μηχανές, ελεπόλεις) Συχνά, η έφοδος στα τείχη θεωρούνταν επιχείρηση αυτοκτονίας.

Μονή Καρακάλου, Άθως

  Αν ο εισβολέας πολιορκούσε το κάστρο, θα αναγκάζονταν να σταματήσει ή να περιορίσει την εισβολή του. Έτσι είχαν καιρό να καταφθάσουν ενισχύσεις, που στην ιδανική περίπτωση θα πολιορκούσαν τον   πολιορκητή.
Αν πάλι ο επιτιθέμενος διάλεγε να προσπεράσει το κάστρο, τότε αποσπάσματα από αυτό θα παρενοχλούσαν τα μετόπισθεν του.

Ιωάνιννα. Τυπικό δείγμα βυζαντινής τοιχοδομίας

Ο Βυζαντινός στρατός συνήθως δεν κλείνονταν στα κάστρα, όπου έμενε μόνο η απαραίτητη φρουρά. Μάλιστα σε αυτήν στέλνονταν μονάδες ή άτομα με κακό εξοπλισμό, και γενικά χαμηλής μαχητικής ικανότητας, που η «Βασίλειος Τάξις» αποκαλεί «Τζέκωνες». Αν το στράτευμα κλείνονταν στα κάστρα, άλλωστε, θα δημιουργούσε ηττοπάθεια και θα έκανε τους υπερασπιστές του κάστρου να εξαντλήσουν τάχιστα τα εφόδιά τους.

Ακροκόρινθος

Ο στρατός παρακολουθούσε τον εχθρό από απόσταση και τον εμπόδιζε να λαφυραγωγήσει, κατακόπτοντας τα απομονωμένα αποσπάσματα. Σε πολλές περιπτώσεις, η επακόλουθη στέρηση έκανε τον εχθρό να αποχωρήσει χωρίς αποφασιστική μάχη. Η μέθοδος αυτή, που την έλεγαν «παραδρομή»,αναλύεται σε άλλο μέρος του ιστολογίου, εδώ.
 Έχουμε την περίπτωση των Αράβων που πολιόρκησαν την Κωνσταντινούπολη και κυριολεκτικά έλιωσαν μπροστά στα τείχη από έλλειψη εφοδίων.

Αυλωνάρι

Ο Βυζαντινός στρατός, από τα κάστρα, δια ξηράς ή δια θαλάσσης, μπορούσε να εξαπολύσει αντεπιθέσεις ή και εκστρατείες, αγνοώντας την παρουσία του εχθρού στα εδάφη του. Από το ασφαλές λιμάνι του Κεράτιου, στην Κωνσταντινούπολη, μπορούσαν ακόμη και να αποπλεύσουν στόλοι για να χτυπήσουν τον εχθρό οπουδήποτε αλλού, ενώ αυτός ήταν προ των πυλών. Παράδειγμα η εκστρατεία του Ηράκλειου στην Περσία ενώ η Κωνσταντινούπολη ήταν πολιορκημένη.

Με όλα αυτά, μπορούμε να καταλάβουμε πως και γιατί η Βυζαντινή Αυτοκρατορία μπορούσε να ανεχθεί μεγάλες εισβολές στα εδάφη της, αρκεί να κρατούσε ένα οργανωμένο δίκτυο κάστρων, που μαζί με αυτά των πόλεων, και την δράση του στρατού του στο ανοιχτό πεδίο, μετέτρεπαν τον εισβολέα σε πολιορκούμενο.

Γεράκι

Αν το κάστρο έμενε μόνο του, χωρίς την υποστήριξη του στρατού και του υπόλοιπου αμυντικού  δικτύου, ανεξάρτητα από τον ηρωισμό ή μη των υπερασπιστών του, ήταν χαμένο. Όταν πολιορκήθηκε το Αμόριο, ο χαλίφης Μοτασέμ  οργάνωσε τρεις διαφορετικές εκστρατείες ώστε να απασχολήσει τον Βυζαντινό στρατό, και η πόλη να μείνει χωρίς ενισχύσεις. Και το Αμόριο έπεσε…

Μεσοχώρι.

-------------------------------------------
Αρχική εικόνα: Το κάστρο του Φαναρίου, στην περιοχή της Καρδίτσας.
Πηγή: 
http://anastasiosskepseis.blogspot.gr/2014/05/blog-post_22.html

Τρίτη 8 Απριλίου 2014

Ακρίτες σε θέατρο σκιών



Πατήστε "Επιλογή φιγούρων"
και μετά "Έναρξη"
και παίξτε με τους Ακρίτες σε πρόγραμμα θεάτρου Σκιών.


Καλλιτεχνικός σύμβουλος: Δημήτρης Σκουρτέλης


Ακριτών Μουσική


Πέμπτη 3 Απριλίου 2014

ΓΙΑΝΝΗ ΨΥΧΑΡΗ ΡΟΔΑ ΚΑΙ ΜΗΛΑ



(Απόσπασμα) 
Λοιπόν οι κακές σημασίες τι είναι; Ανοησίες κι απροσε­ξίες της καθαρέβουσας. Η καθαρέβουσα μας έμαθε κι άλλα που εννοείται μας τα ξαναλέει ο κ. Σωτηριάδης, επειδής είναι στενός φίλος της δημοτικής, κι αφτά είναι που η λέξη Ρωμιός και Ρωμιοσύνη μας έκοψε την εθνική παράδοση. Εδώ πια τι να σας πω; Δε μου φτάνει το φαρμάκι, πρέ­πει να με σφάξετε μια και καλή, γιατί δε νοιώθω. Πώς ο Ρωμιός να κόφτει άραγες την παράδοση, αφού η παρά­δοση είναι ίσα ίσα ο Ρωμιός; 

Ή μήπως από τον Περικλή και τον Αλκιβιάδη θα κατέβουμε γραμμή ως τον Όθωνα; Δε συνέβηκε τίποτις στ’ αναμεταξύ; Θαρρώ πως συνέβηκαν κάμποσα και σπουδαία μάλιστα και σημαντικά, μα δεν είδα έθνος στη ζωή μου που να χαντακώνεται σαν το ρω­μαίικο, που από την πρόληψη, από το δασκαλισμό, να καταστρέφει τις δόξες του τις αληθινές, γιατί στο διάστημα που λέμε κι όσο βάσταξε το Βυζάντιο, συνέβηκαν πράματα πολλά και μεγάλα, που χρέος του Ρωμιού να τα θυμάται και να τα μελετά.

Συνέβηκε πρώτα πρώτα που το λατινικό το στοιχείο το ’χαψε μια μορφιά, ώσπου να γίνει άφαντο, και πως τους Λα­τίνους το κάτω κάτω τους άλλαξε ο Ρωμιός όνομα και πίστη, αφού το Ρωμαίο τον έκαμε Ρωμιό, πάει να πει Έλληνα. Είναι κατόρθωμα περίφημο και που ο λογισμός του ιστο­ριογράφου απορεί, να το κατάφερε τέτοιο πράμα, δηλαδή να καταχτήσει το ρωμαίικο, που σήμαινε πρώτα το λατινικό - μην το ξεχνούμε - να σημαίνει σήμερις παντού ελληνισμό, και μάλιστα ελληνισμό κι ορθοδοξία συνάμα. 

Έτσι τα βλέπουνε στην Εβρώπη, έτσι τα είπα κι ο ίδιος μιλώντας σ’ Εβρωπαίους, που τους φαίνεται και νόστιμο, με το πνέμα του, με το κουράγιο του, με τη μαργιολιά του, να νίκησε δέφτερη φορά ο νικημένος το νικητή, ο Ρωμιός το Ρω­μαίο, με τρόπο που να του πάρει ως και τη δόξα την καμα­ρωμένη του, τ’ όνομά του. [Κοίτ. De Mytilene en Bretagne, Grande Revue 1er fevrier 1902, σελ 297 και Krumbacher, Byz. Lit. g., 2 έκδ. σελ. 3]

Είπαμε άλλου πως συνέβηκε και κάτι άλλο πολύ πιο σπουδαίο, και πως η Ελλάδα, στο Βυζάντιο κι από το Βυ­ζάντιο, έμαθε τον εθνισμό της, έμαθε δηλαδή να είναι μια, έμαθε να είναι για πάντα ενωμένη, έμαθε να είναι σήμερις και βασίλειο ένα, πράμα που στην αρχαία την Ελλάδα θα ήτανε πρωτάκουστο, που δε θα το καταλάβαινε τότες κανένας πως μπορούσε άξαφνα ένα Νησί σαν την Κρήτη να γυρέβει ένωση, γιατί στα χρόνια τα παλιά θα γύρεβε να γίνει κράτος χωριστό, να πολεμήσει κιόλας τις άλλες ελληνικές πολιτείες, για να δυναμώσει αφτό.
Κάτι κερδίσαμε λοιπόν κι από το Βυζάντιο. Μα μήπως τάχα δε θαρρείτε πως κερδίσαμε κι άλλα, που δεν τα παίρ­νει το μάτι αμέσως, γιατί πρέπει να ψάξεις κατάβαθα στην ψυχή, να τα δεις μέσα της; Μήπως δε θαρρείτε πως του Κωσταντίνου ο στρατός, πως του Ιουστινιανού οι πολέμοι, πως οι νίκες του Φωκά, πως του Βουλγαροχτόνου η ακαταδάμαστη πιμονή, πως τόσοι και τόσοι λαοί χτυπημένοι, τόσες μάχες, τόσα μεγαλεία, μήπως δε θαρρείτε, με τα δυστυχήματα μαζί, ναι! ως και με το πάρσιμο της Πόλης, δε θαρρείτε πως ζουν αφτά όλα στο αίμα, το ρωμαίικο και μέρα την ημέρα το δυναμώνουνε; Ο σταβραϊτός, λέει το τραγούδι, θα δυναμώσει, σα φάει κόκαλα αντρειωμένου. Το ίδιο κι ένα έθνος θα δυναμώσει, σαν το θρέψεις με τα κό­καλα τα ιερά της ιστορίας.

Και τι βγαίνει απ’ αφτά που λέμε; Βγαίνει τάχατες πως πρέπει να κάνουμε σαν τον Ιουστινιανό, και να βάλουμε στο ράφι την Αθήνα; Ο Θεός φυλάξει! Ο αγα­πητός μου ο Ν. Γ. Πολίτης έδειξε στον Αγώνα του Λαμπρίδη, [Κοίτ. τον Αγώνα, Ιούλιο, 1901] πως τ’ όνομα «Έλλην» έχει και στο μεσαιώνα, έχει και στο Βυζάντιο, τα περγαμηνά του. Ο Παλαμάς έδειξε στο «Άστυ» [Κοίτ. το Άστυ, Ιούλιο, 1901] πως ο Ρωμιός ήτανε, και στης Επανάστασης τα χρόνια, όνομα άγιο και τιμημένο. Τόσο το καλύτερο λοιπόν αν έχουμε δυο δόξες αντίς μια. Ο σκο­πός είναι, την καθεμιά να συλλογιστούμε, να ωφεληθούμε κι από τις δυο. 

Δεν είπε κανένας να ξεβαφτίσουμε την Ελ­λάδα, να την κάμουμε βασίλειο Ρωμαίικο. Δεν είπε κα­νένας ν’ αρνηθούμε τον Αλέξαντρο που κι αφτός, αν και τα χάλασαν οι διάδοχοί του κατόπι, σφιχτοκράτησε και σφιχτοένωσε στο χέρι του την Ελλάδα. Δεν είπε κανένας πως πρέπει ν’ αποξεχάσουμε τον Όμηρο και το Σοφοκλή - και γω λιγότερο από κάθε άλλονα. Είπαμε μονάχα, γιατί ο καβγάς μας αφτός είναι, πως όρος και κυριολεξία, στο βι­βλίο του Εφταλιώτη, είναι η λέξη Ρωμιοσύνη, αφού έχουμε την τύχη με μια μόνη λέξη να λέμε συνάμα και τη βυζαν­τινή την ιστορία και την ιστορία του ελληνισμού, όπως τον εννοούσαν ίσια ίσια σε κείνη την εποχή, να λέμε μάλιστα και του Ρωμιού τα ψυχολογικά, που θέλησε και δάφτα να τα ξεδιαλίσει ο Αργύρης.

Πρέπει να πάψει το καταφρόνιο αφτό για τα δικά μας, που η καθαρέβουσα μας το ’μαθε, καταφρόνιο και για τη γλώσσα, και για τ’ όνομα το ρωμαίικο. Οι δυο μεγαλύτεροι λαοί του κόσμου στάθηκαν ως τώρα οι Έλληνες κι οι Ρωμαίοι. Κάτι θα πει, ένας λαός να φυλάξει και τα δυο αφτά τα ονόματα. Κάφκημά του να είναι. Μας άφησε η Ελλάδα τον Παρθενώνα, μας άφησε την Αγιά Σοφιά ο Ιουστινιανός, που ήτανε Ρωμαίος - και για τούτο πρέπει να ’χουμε σέβας για το Ρωμιό.

Αναδημοσιεύεται από το